Κεφάλαιο 2
Με το σεμήτι να χοροπηδάει στο πλάι του ο άρχοντας Κομισάριος έφθασε στον ναό του αγίου Τρότσκι.
Ο ναός ήταν ένα φρούριο με φαρδιούς τοίχους στα πρότυπα της Γραμματείας.
Ένας πάνοπλος μοναχός στεκόταν στην είσοδο. Σκελετοί, πτώματα σε αποσύνθεση και κεφάλια αιρετικών κοσμούσαν τις ξύλινες προεξοχές της στέγης.
Ο άρχοντας Κομισάριος χαμογέλασε. Εδώ γινόταν πραγματικά το θέλημα του Μαρξ.
Οι Τροτσκιστές μοναχοί είχαν φήμη φοβερών διωκτών των αιρετικών και σε ένα τέτοιο απομακρυσμένο φυλάκιο δεν περίμενε τίποτα λιγότερο. Όμως τα φρέσκα πτώματα απεδείκνυαν τις άοκνες προσπάθειες των πιστών Τροτσκιστών να επιβάλλουν τον Νόμο του Μεμοράντουμ (ή Μνημονίου) και την θέληση του Λαού σ’ αυτή την άγρια περιοχή.
Έστειλε το σεμήτι να πάει να κανονίσει για εφόδια, αφού θα του απαγόρευαν την είσοδο και πλησίασε τον φρουρό.
«Στο όνομα της Γραμματείας» του είπε.
«Στο θέλημα του Λαού» απάντησε ο φρουρός, παίρνοντας παρ’ ολ΄ αυτά αμυντική στάση.
Έβγαλε την περγαμηνή του από πανάκριβο και δυσεύρετο χαρτί και την επέδειξε.
Ο φρουρός εντυπωσιάστηκε. Δεν έβλεπες συχνά γνήσιο χαρτί.
«Έλεος, Κομισάριε.» χαιρέτησε.
«Έλεος σ’ εσένα καλέ στρατιώτη της Γραμματείας.» απάντησε αυτός.
Ο μοναχός χτύπησε με την λαβή του πέλεκυ του (στάνταρ εξοπλισμός της Γραμματείας)
την πόρτα του ναού. Η πόρτα άνοιξε αργά.
Δύο μοναχοί με ελαφρά δερμάτινη θωράκιση τον υποδέχθηκαν.
«Έλεος, Κομισάριε.» χαιρέτησαν σηκώνοντας την γροθιά σε χαιρετισμό.
«Οδηγήστε με στον Σύντροφο Καθοδηγητή.» είπε ο Κομισάριος χωρίς περιστροφές.
Ο Σύντροφος Καθοδηγητής Λαφάζ ήταν ένας
σκληροτράχηλος βετεράνος του πολέμου κατά της αίρεσης των «αναποφάσιστων». Η
φρικτή αυτή αίρεση είχε ταλαιπωρήσει την Γραμματεία για δύο δεκαετίες και είχε
στοιχίσει την ζωή σε πολλούς πιστούς του Λαού.
Ο «Λαός» ήταν το ανώτατο αξίωμα στην Γραμματεία. Ήταν ο
εκπρόσωπος του Μαρξ επί της γης. Άλλωστε τα άγια γραπτά, όσα από αυτά είχαν
μεταφραστεί έλεγαν ότι «όλες οι εξουσίες πηγάζουν από τον Λαό και υπηρετούν τον
Λαό».
Ο Σύντροφος Λαφάζ
(κατά κόσμο Λαφάζ Ανί) είχε δώσει
ένα μάτι και ένα δάχτυλο για την δόξα του Λαού. Το απομένον μάτι έλαμπε με την
λάμψη του πεφωτισμένου ιδεολόγου, του κεκαθαρμένου πιστού.
Την τελευταία εβδομάδα είχε εκτελέσει 3 «δεξιούς», απόβλητα
της κοινωνίας, την τελευταία κάστα της Γραμματείας, σκουπίδια, που πίστευαν και
προσκυνούσαν τον Θεό του κάτω κόσμου «Καραμάν Αλή»
Δεν ήταν αμαρτία να πιστεύεις τον θεό των νεκρών, αλλά
μερικοί από αυτούς έπεφταν σε αίρεση. Ένας από αυτού είχε πει ότι ο φόρος που
επιβαλλόταν 75% ήταν άδικος. Η φορολογική ήταν μία από τις χειρότερες
βλασφημίες. Τιμωρούταν με τιμωρίες από
αύξηση 10% στους φόρους έως επιτόπιο ανασκολοπισμό.Ο Σύντροφος Καθοδηγητής έλεγε την προσευχή προς τον άγιο αρχάγγελο Λένιν όταν χτύπησε το κουδούνι αδείας επίσκεψης. Περισσότερο έκπληκτος παρά ενοχλημένος,
(δεν είχε και μεγάλη ευλάβεια στον αρχάγγελο Λένιν καθώς ο θρύλος τον ήθελε να έχει ταλαιπωρήσει τον άγιο Τρότσκι )έσπευσε να ανοίξει.
Ο φρουρός ανακοίνωσε τον άρχοντα Κομισάριο Ιεροεξεταστή Τατσό Συρίζ, ανώτατο επιτετραμμένο της Γραμματείας.
Ο Λαφάζ εντυπωσιάστηκε. Ο Τατσό δεν ήταν τυχαίος Κομισάριος. Είχε την φήμη σκληρού και άτεγκτου διώκτη. Η πιο συνηθισμένη τιμωρία που επέβαλε ήταν ο ανασκολοπισμός. Οι φήμες τον θέλανε σε μία από τις εκστρατείες του να έχει ανασκολοπίσει τον μισό πληθυσμό μιας πόλης.
Σήκωσε την γροθιά του και φώναξε «Καλοδεχούμενος στο όνομα της Γραμματείας και του Λαού.»
Ο Κομισάριος σήκωσε και αυτός την γροθιά του και χαμογέλασε.
«Χαίρομαι που σε συναντώ Σύντροφε Λαφάζ.» είπε. «Χρειάζομαι την βοήθειά σου.»
Ο Λαφάζ οδήγησε τον Κομισάριο στην αίθουσα συγκεντρώσεων, όμως ο τελευταίος ήταν πολύ βιαστικός.
«Πρέπει να πάμε στον ¨ασφαλή χώρ層 του είπε. «Έχω μαζί μου ένα σημαντικό αντικείμενο για εξέταση.»
Περισσότερο έκπληκτος τώρα ο Καθοδηγητής οδήγησε τον Ιεροεξεταστή στις κατακόμβες για να φθάσουν τελικά σε ένα χώρο όπου δέσποζε το άγαλμα του αρχάγγελου Στάλιν να πατά τον αρχιδαίμονα της διαστροφής Χίτλερ.
Ο Ιεροεξεταστής έβγαλε το δεματάκι που του είχε δώσει ο πανδοχέας και το ακούμπησε πάνω σε ένα μαρμάρινο τραπέζι. Το ξεδίπλωσε αργά και δίχως να μιλάει.
Μέσα ήταν ένα πακέτο χαρτί. Τόσο πολύ χαρτί δεν είχαν ξαναδεί. Πάνω από διακόσια κομμάτια, παραλληλόγραμμου σχήματος, κομμένα με απόλυτη ακρίβεια, και κολλημένα όλα μεταξύ τους από την μία μεριά.
Έμειναν για μια στιγμή αμίλητοι. Και οι δύο τους είχαν ακούσει θρύλους για τέτοια αντικείμενα φοβερής δύναμης. Όσο κι αν δεν θελαν να το πιστέψουν είχαν μπροστά τους ένα ΒΙΒΛΙΟ…
Ο Ιεροεξεταστής μίλησε πρώτος.
«Ένα βιβλίο» είπε. «Έχω ακούσει για αυτά. Βδελυρά πράγματα
φοβερής δύναμης.»Γύρισε στον Λαφάζ που είχε πάρει το χρώμα της στάχτης.
«Κοίταξε τα βδελυρά σχήματα στο χαρτί. Βαλμένα σε αποτρόπαιη σειρά, απολύτως ίδια το ένα με το άλλο, σε μία ακατανόητη γραφή. Κοίταξε τις εικόνες στο πρώτο κομμάτι… Φοβερές εικόνες ενός απαίσιου κόσμου. Μόνο δαίμονες του κάτω κόσμου, βρικόλακες και χρυσαυγίτες μπορούν να κατανοήσουν το νόημα αυτών των χυδαίων συμβόλων. Μου πονούν τα μάτια να τα κοιτάζω.»
Προσεκτικά άγγιξε το βιβλίο. Άνοιξε λίγο τις σελίδες και κοίταξε μέσα. Το έκλεισε τρομαγμένος.
«Φρικτό…» είπε χαμηλόφωνα.
«Τι… τι είδατε, άρχοντά μου;» ρώτησε ο Σύντροφος Λαφάζ στον ίδιο τρομαγμένο και χαμηλόφωνο τόνο.
«Σύμβολα… πολλά σύμβολα, άγνωστα, βαλμένα στη σειρά. Σειρές και σειρές με αισχρά σύμβολα. Δεν μοιάζουν με τα Ιερά Γράμματα της Γλώσσας της Γραμματείας. Είναι άγνωστα σύμβολα. Πρωτοφανές… Η απόλυτη βλασφημία. Μπορεί να είναι… Φοβάμαι να το προφέρω… ΕΛΛΗΝΙΚΑ!»
Ο Καθοδηγητής έβγαλε μια κραυγή φρίκης. Το πρόσωπό του στράγγιξε από το αίμα του.
Μια λιμνούλα δημιουργήθηκε στα πόδια του.
Ο Σύντροφος Καθοδηγητής Λαφάζ, βετεράνος του πόλεμου των «αναποφάσιστων» είχε κατουρηθεί.
Ο άρχοντας Κομισάριος βημάτιζε σκεφτικός μέσα στο σαλόνι του
ναού, μπροστά σε έναν έντρομο Καθοδηγητή.
Ο Λαφάζ προσπαθούσε να ηρεμίσει τα τσακισμένα νεύρα του με
ένα ποτήρι μπράντι.Ο Κομισάριος έξυνε το αξύριστο πιγούνι του νευρικά.
«Αυτό είναι φοβερό.» παραμιλούσε.
«Αγαπητέ μου Λαφάζ, αυτό δεν είναι μόνο κάτι από το παρελθόν… Εδώ έχουμε να κάνουμε με την χειρότερη μορφή βλάσφημης μαγείας…
Το χαρτί… είναι κάτασπρο, καινούργιο… Σαν να φτιάχτηκε τώρα.»
«Ο Μάρξ να φυλάει .» είπε ο Καθοδηγητής και έκανε το σημείο του σφυροδρέπανου.
«Πώς είναι δυνατόν κάτι τέτοιο;»
«Σου είπα, βλάσφημη μαγεία, το χειρότερο είδος.»
«Δεν εννοείς…;»
«Ναι, ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ…»
Ο Λαφάζ κατέβασε βιαστικά μια μεγάλη γουλιά μπράντι.
«Αδύνατον…» ψέλλισε, «η τεχνολογία δεν υπάρχει ,είναι μύθος…»
Η δυσπιστία του Συντρόφου Λαφάζ ήταν φυσιολογική γιατί το
έτος 17435 Α.Κ.Γ. (από κτίσεως Γραμματείας) ή αλλιώς 17475 Α.Π.Ν. (από πτώσεως Ναού Πολλών Τεχνών)δεν
υπήρχε τεχνολογία. Μόνο μύθοι γύρω από αυτή την απόκρυφη τέχνη.
Σύμφωνα με τους
μύθους που κυκλοφορούν, για την Εγκαθίδρυση της Γραμματείας, τότε, πριν 175
αιώνες, οι άνθρωποι ήταν απολύτως διεφθαρμένοι. Χρησιμοποιούσαν την μαύρη και
βλάσφημη μαγεία της τεχνολογίας, σε όλες τους τις δραστηριότητες. Είχαν
σιδερένια υποζύγια που πίνανε φαρμάκι για να ζήσουν και που τους μετέφεραν.
Μερικά από αυτά πετούσαν και μετέφεραν πολλούς ανθρώπους τους οποίους κατάπιναν
στην φωλιά τους για να τους ξεράσουν αργότερα σε άλλη φωλιά χιλιάδες χιλιόμετρα
μακριά. Τα σπίτια των ανθρώπων ήταν δεμένα από τους δαίμονες με σύρματα πάνω
και κάτω από την γη και στα σπίτια τους είχαν κουτιά όπου βλέπανε τους δαίμονες
που τους έλεγαν τι να κάνουν. Με φρικτές εικόνες και δαιμονικές ψαλμωδίες, έλεγχαν τους ανεγκέφαλους σκλάβους
τους. Οι άνθρωποι ζούσαν σε απαίσιες συνθήκες καταπίεσης. Από αυτή την ανίερη συμβίωση του ανθρώπου με την μαγεία της τεχνολογίας, γεννιούνταν τέρατα, μισοί άνθρωποι και μισοί σίδερα.
Ένα τέτοιο ον ήταν το τέρας Παπαντοπούλ πού τρομοκρατούσε τον κόσμο για επτά χρόνια.
Ήταν μισός άνθρωπος και μισός σιδερένιο κάστρο πάνω σε ρόδες που έπινε φαρμάκι και ξερνούσε φωτιά και σίδερο.
Μισούσε και βλασφημούσε τον Μαρξ και τους αρχαγγέλους του και σκότωνε τους πιστούς.
Μόνη αχτίδα φωτός μέσα στο σκοτάδι ήταν η Ιέρεια Ηλάνα του Ναού των Πολλών Τεχνών, που καθοδηγούσε τους πιστούς στο δρόμο του Μαρξ.
Το τέρας επιτέθηκε στον Ναό και έριξε την πύλη του και σκότωσε τη Ιέρεια.
Από αυτή την φρικιαστική πράξη, άνοιξε η γη και απαίσια δαιμόνια βγήκαν και βασάνιζαν τους ανθρώπους για σαράντα χρόνια. Οι άνθρωποι ονόμασαν αυτό τον αδηφάγο στρατό δαιμόνων «η γενιά των Πολλών Τεχνών».
Οι πιστοί του ΠΑΣΟΚ πιστεύουν ότι τότε εμφανίστηκε ο Δεύτερος «Παπαντρέ» ο οποίος τιθάσευσε του δαίμονες της «γενιάς των Πολλών Τεχνών» (τον Πρώτο Παπαντρέ τον είχε σκοτώσει το τέρας Παπαντοπούλ.).Μέ τον θάνατο όμως του Παπαντρέ, το πιστό του σεμήτι δεν μπορούσε να τιθασεύσει τους δαίμονες της «γενιάς των Πολλών Τεχνών» που άρχισαν να τρώνε τα πάντα. Έτσι σε μία τελετουργία χρησιμοποίησε το δαχτυλίδι της δύναμης και κάλεσε τον Τρίτο Παπαντρέ. Όμως τα πράγματα ήταν πολύ άσχημα και τελικά μόνο με επέμβαση του ίδιου του Μαρξ και του εκλεκτού προφήτη του Τσιπραλέξ μπόρεσαν οι άνθρωποι να νικήσουν και να διώξουν τους δαίμονες και να εγκαθιδρυθεί η Άγια Γραμματεία.
Η γραμματεία με τα χρόνια ξερίζωσε την τεχνολογία από την ανθρώπινη κοινωνία και επέβαλε την αγνή λατρεία του Μαρξ.
Όμως υπήρξαν κατά καιρούς και απαίσιοι αιρετικοί που χρησιμοποιούσαν τις μαύρες τέχνες.
Ήταν οι αρχέγονοι πολέμιοι της Γραμματείας οι φρικώδεις Χρυσαυγίτες…
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου