Τρίτη 13 Ιανουαρίου 2015

ΕΦΙΑΛΤΗΣ





Ο γέρος χάιδεψε τον χάρτη στον τοίχο.
Έγραφε πάνω του ονομασίες χαμένες στα σκοτάδια του παρελθόντος.
ΕΛΛΑΣ, Ήπειρος, Μακεδονία, Θράκη, Θεσσαλία, Κυκλάδες, Ιόνιοι Νήσοι.
Ο γέρος ήταν πολίτης της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Γιουνανιστάν.
Η κατοχή του παλαιού χάρτη τιμωρούταν με "ατύχημα".
Βέβαια, οι Γιουνανλήδες ήταν πολιτισμένοι. Δεν λιθοβολούσαν.

Ο γέρος κοίταζε τον χάρτη και σκεφτόταν.
Άραγε θυμόταν κάποιος αυτά τα απαγορευμένα ονόματα;
Η Θράκη είχε ανεξαρτητοποιηθεί και με την βοήθεια της Τουρκίας είχε προσαρτήσει μέρος της Ανατολικής Ρωμυλίας. Βρισκόταν σε εμπόλεμη κατάσταση με την Μακεδονία που είχε προσαρτήσει την Ελληνική Μακεδονία και Θεσσαλία και σκόπευε να εξαπλωθεί ανατολικά. Ας είχε χάσει μέρος των εδαφών της από την Αλβανία που είχε προσαρτήσει τη Ήπειρο και το Κοσσυφοπέδιο. Το Αιγαίο ανήκε στην Τουρκία.
Η στριγκλιές του μουεζίνη από το διπλανό τζαμί του διέκοψαν τις σκέψεις.
Χαμογέλασε μέσα στην πίκρα του, καθώς θυμήθηκε τον Ντίνο.
Ο Ντίνος ήταν ο γείτονάς του ο οποίος στο παρελθόν (πόσο παλιά αλήθεια) όταν ακόμα υπήρχε η εκκλησία του Αγίου Σάββα είχε στείλει εξώδικο στον ιερέα επειδή τον ενοχλούσαν οι καμπάνες. Φάε τώρα "αλλαχουάκμπαρ" σκέφτηκε, και πιες και καμιά σόδα για να το χωνέψεις.
Θυμόταν τα πογκρόμ των ιερέων.
Τον Αρχιεπίσκοπο τον είχαν εκτελέσει.
Καθώς τον οδηγούσαν προς το μαρτύριο, έκπληκτο και απορημένο, γύρισε στον επικεφαλή του αποσπάσματος και είπε:
"Γιατί; Εμείς σας περιθάλψαμε, σας ταΐσαμε, σας ντύσαμε. Γιατί το κάνετε αυτό;"
"Γιατί είσαστε άπιστοι, ήλθε η απάντηση. Αυτά που κάνατε, δεν τα κάνατε εσείς! Ήταν ο Αλλάχ που φρόντισε για τους πιστούς του."
Η τηλεόραση τα είχε δείξει όλα. Οι διάφοροι μαϊντανοί πανηγύριζαν και μίλαγαν για απελευθέρωση από το παρελθόν και καινούργιες σελίδες πολιτισμού και ευημερίας. Σύντομα βέβαια ήλθε και η σειρά τους, και τότε σκούζανε σαν χοίροι στην σφαγή. Δεν υπήρχε όμως κανένας να τους υπερασπιστεί.

Και να σκεφτεί κανείς ότι όλα είχαν ξεκινήσει με εκλογές...
Ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α.  είχε κερδίσει τις εκλογές και είχε δώσει υπηκοότητα και δικαίωμα ψήφου σε όλους τους ξένους. Αυτό δημιούργησε στην αρχή ένα φούσκωμα στον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. που ξαναέκανε εκλογές και τις κέρδισε με απόλυτη αυτοδυναμία.
Όμως λογάριαζε χωρίς τον ξενοδόχο.
Από που ξεφύτρωσαν ρε παιδί μου όλοι αυτοί οι μουσουλμάνοι με την μόρφωση και την τεχνογνωσία και έστησαν το ισλαμικό κόμμα, οι αριστεροί ούτε που πρόλαβαν να το καταλάβουν.
Σε χρόνο ντε-τέ είχε γίνει αποκέντρωση των αλλοδαπών και αναλογικός διαμοιρασμός τους ανά την επικράτεια.
Αντίθετα με τους προοδευτικάριους οι μουσουλμάνοι δεν δέχονταν έλληνες στην καταγωγή στο κόμμα τους.
Πολλοί πολιτικοί που κατάλαβαν τι συντελούνταν και θέλησαν να μεταπηδήσουν στο μουσουλμανικό κόμμα, φάγανε πόρτα.
Σύγχυση επικράτησε στο σύστημα.
Ο "αντιρατσιστικός" νόμος χρησιμοποιήθηκε στο έπακρο.
Το σύστημα ήταν παγιδευμένο.
Οι πολιτικοί του μουσουλμανικού κόμματος καθησύχαζαν την ελίτ και υπόσχονταν λαγούς με χρυσά πετραχήλια.
Οι  αντιπρόσωποι της ελίτ μην έχοντας πολλές επιλογές συστρατεύθηκαν με το "ισλαμικό τόξο".
Όσοι δεν την φάγανε, κάνανε την πάπια για να μην τους εξουδετερώσουν με τον "αντιρατσιστικό" ή με το χαρακτηρισμό ως φασίστες.
Το παιγνίδι ήταν ήδη χαμένο.
Στις εκλογές που ακολούθησαν, το "μουσουλμανικό κόμμα" κέρδισε τις εκλογές με ποσοστό 57%.
Ακολούθησε η τοποθέτηση αλλοδαπών παντού, από αστυνομία μέχρι ένοπλες δυνάμεις. Κάνεις δεν αντέδρασε. Τα ανακλαστικά του λαού είχαν εξαφανιστεί πολύ καιρό πριν.
Η αλλαγή του Συντάγματος με ανακήρυξη του κράτους σε ισλαμική δημοκρατία ήταν παιγνίδι.
Ψηφίστηκαν νόμοι περί ενδυμασίας (μπούργκα), αλλαγή επίσημης γλώσσας του κράτους (δίγλωσσο στην αρχή, αραβικά αργότερα) και επαναφορά της θανατικής ποινής.
Σε όλα αυτά η Ε.Ε. τηρούσε σιγή ιχθύος. Το χρέος εξοφλούταν κανονικά με πολύ γενναιόδωρες εισφορές, με διάφορες προφάσεις, από ισλαμικές πηγές.


Και οι παλιοί πολιτικοί; Τι είχαν γίνει.
Το τι βλακεία ακούστηκε από όσους είχαν την ευκαιρία να εμφανιστούν κάπου, δεν περιγράφεται.
Τρομαγμένα, απελπισμένα ανθρωπάκια, όσοι είχαν μείνει στην χώρα, είτε από αδυναμία να φύγουν είτε από άλλο λόγο, προσπαθούσαν να προσελκύσουν ψήφους, χωρίς όμως να μπορούν να αρθρώσουν λόγο κατά της κυβέρνησης, καθώς υπήρχε το αντιρατσιστικό νομοσχέδιο και κινδύνευαν. Δεν μπορούσαν να ασκήσουν αντιπολίτευση γιατί κάθε κριτική θεωρούνταν ρατσιστική!..

 

Υπήρχαν και οι «εξόριστοι».
Αυτοί έφυγαν με την σκέψη να ξαναγυρίσουν σαν σωτήρες στην επόμενη μεταπολίτευση.
Σχεδίαζαν να κάνουν αντιστασιακές οργανώσεις και να ζούνε σαν ηγέτες και ήρωες.
Γρήγορα κατάλαβαν το λάθος τους όταν φάγανε πόρτα όπου και αν πήγαν.
Βλέπεις το ’67 είχε αλλάξει μόνο το καθεστώς. Τώρα ΟΙ ΙΔΙΟΙ είχαν φροντίσει να αλλάξει και ο λαός, και η χώρα και το πολίτευμα…
Δεν αντιπροσώπευαν πλέον τίποτα.
 Απαξιωμένοι και απόβλητοι και από αυτούς τους απόδημους, σέρνονταν πλάνητες, απάτριδες και μερικοί από αυτούς πένητες, στις εσχατιές της γης.
Αυτοί ήταν και οι τυχεροί. Γιατί υπήρχαν και αυτοί που κάποιοι για διαφόρους λόγους τους είχαν επικηρύξει. Οι πρώτες γκροτέσκες δολοφονίες, έκαναν τους υπόλοιπους να κρύβονται αλλόφρονες.

 

Πίσω στο «Γιουνανιστάν», ο λαός προσαρμοζόταν στην καινούργια κατάσταση πραγμάτων.
Όλη η παλιά «ελίτ», όσοι προσπάθησαν να προσαρμοστούν, γρήγορα κατέρρευσαν.
Οι υπόλοιποι «έφυγαν νύχτα» ή τους έφαγε το σκοτάδι.
Το καινούργιο καθεστώς δεν χωράτευε.
Σε μία τελευταία (και ηλίθια) εκδήλωση των «αντιεξουσιαστών», όσοι γλύτωσαν ζωντανοί, καταδικάστηκαν σε ισόβια. Δεν υπήρξαν εκδηλώσεις συμπαράστασης.

 

Ο Γέρος κοίταξε από το παράθυρο.
«Μογκαντίσου», σκέφτηκε «ή στην καλύτερη περίπτωση Τζιμπουτί»
Έκλεισε το παράθυρο και κάθισε στη πολυθρόνα του κοιτάζοντας στον τοίχο το φάντασμα του κόσμου του που δεν υπήρχε πλέον.
«Αλληλούια» ψιθύρισε, «ή μήπως Ίνσαλαχ;» αναρωτήθηκε…

Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2015

ΓΚΡΑΦΙΤΙ


Καταραμένη ομίχλη!
Ο συνταγματάρχης σκούπισε την παγωμένη υγρασία από το πρόσωπό του και προσπάθησε μάταια να διακρίνει μέσα από τους πυκνούς υδρατμούς.
Καταραμένη ομίχλη!
Καταραμένη εκστρατεία, καταραμένε κωλότοπε!
Κοίταξε τα κατεστραμμένα οχήματα της εμπροσθοφυλακής και έφτυσε.
Από την άλλη μεριά της ομίχλης δεν ακουγόταν τίποτε.
Λες και δεν υπήρχε κανένας εκεί.
Τίποτε που να προδίδει τους αμυνόμενους.
Μπάσταρδα καθάρματα.
Μέχρι τώρα τα πάντα τους ευνοούσαν και είχαν εκμεταλλευτεί κάθε τι προς όφελός τους.
Μόλις η εμπροσθοφυλακή σταμάτησε είχε σφυροκοπηθεί ανελέητα από… αλήθεια… από πού;
Από το αστείο οδόφραγμα εμπρός;
Από τα  υψώματα δεξιά και αριστερά;
Πού ήταν; Ποιοι ήταν (Πόσοι ήταν;).
Τι οπλισμό είχαν; (Πόσοι ήταν;)
Και γιατί στ’ ανάθεμα είχε κολλήσει μόνο σ’ αυτό το ερώτημα λες και είχε κάποια ιδιαίτερη σημασία (πόσοι ήταν;)
Και η ομίχλη έπαιζε με τα νεύρα του λες και ο καιρός και η φύση τον κορόιδευαν.
Άνοιγε λίγο και έκλεινε, ίσα για να μπορέσει να δει το βλακώδες οδόφραγμα στα διακόσια μέτρα.
Ούτε ποδήλατο δεν θα σταμάταγε.
Τι σκέφτονταν…
Μας δουλεύουν;!(προειδοποιούν)
ΜΑΣ ΔΟΥΛΕΥΟΥΝ;;; (προειδοποιούν)
ΠΟΙΟΣ;
Δεν γίνονται τέτοια πράγματα …
Δεν είναι παιγνίδι. Είναι πόλεμος. Δεν υπάρχουν άνθρωποι που παίζουν με αυτά τα πράγματα.
(Πόσοι είναι;)
(Ποιοι είναι;)
Δεν έχει σημασία, -ηλίθιες εμμονές – πρέπει να του ανέβαινε πυρετός.
Καταραμένη ομίχλη.
Είχε στείλει μια ομάδα από επίλεκτους κομάντος.
Δεν ακούστηκε τίποτα…
Ένας μόνο επέστρεψε.
Μισότρελος, Μίλαγε για φαντάσματα.
Είχε πληγές (από λόγχη;!)  παράξενες.
Πέθανε σύντομα.
Το τεθωρακισμένο που είχε στείλει μετά γύρισε πίσω ΜΟΝΟ ΤΟΥ!
Το πλήρωμα είχε εξαφανιστεί και κάποιος είχε μπλοκάρει το χειριστήριο για να κινείται σε ευθεία, μέχρι που ντεραπάρισε .
Στην καμπίνα δεν υπήρχε ίχνος πάλης, ούτε αίμα, ούτε τίποτα!
Στο πλάι του με σπρέι κάποιο ηλίθιο γκράφιτι (ΔΕΝ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΤΙΠΟΤΑ).
Δεν το καταλάβαιναν ( ΕΙΠΑΜΕ : ΔΕΝ ΣΗΜΑΙΝΕ ΤΙΠΟΤΑΑ…)
(Πόσοι είναι;)
Ωπα! Το χάνεις!
Μάθε τον εχθρό, μέτρησε τις δυνάμεις του,
(Πολεμάω φαντάσματα…)
Δεν είναι φαντάσματα, (είναι ιδέες) άνθρωποι είναι..
(κάτι μου διαφεύγει)
Υπομονή.

Είμαστε  μιάμιση μέρα εδώ. Συνεχώς σε επιφυλακή. Τα νεύρα των ανδρών είναι τσιτωμένα. Το βράδυ χάσαμε τρία οχήματα με εφόδια.

Υπομονή.

Η ομίχλη, σαν να σηκώνεται…

(κάτι…)

Τώρα θα μπορέσεις να δεις (θέλεις να δεις;)

(κάτι… κάτι μου διαφεύγει)

(πόσοι είναι;)

Η ομίχλη σηκώνεται. 

Να’ τοι…

Όχι, παιγνίδια της ομίχλης.

Ναι, να’ τοι (οι τελευταίοι)

Οι πρώτοι (τελευταίοι) – (γιατί τελευταίοι;)

Δεν βλέπω .

Εκεί , εκεί.

(Πόσοι είναι)

Μην το πείς!

(ΠΟΣΟΙ ΕΙΝΑΙ;;;)

Είναι…

Που;

Χάθηκαν.

(Φαντάσματα.)

(ΙΔΕΕΣ)

ΠΟΣΟΙ ΕΙΝΑΙ;

(ΜΗΝ ΤΟ ΠΕΙΣ)

ΚΑΜΙΑ ΤΡΙΑΚΟΣΑΡΙΑ…

 

Που είναι το καταραμένο τεθωρακισμένο με το ηλίθιο γκράφιτι;;

(κάτι μου διαφεύγει)

 

ΜΟΛΩΝ  ΛΑΒΕ

 

 

Τρίτη 7 Μαΐου 2013

Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΧΡΥΣΑΥΓΙΤΗΣ 5


Κεφάλαιο 5

Μεγαρόπολις, τελευταίο σύνορο της Γραμματείας πρίν τις ερημιές της Αττικα.
Ο Μέγας Άρχοντας Κομισάριος Ιεροεξεταστής Τατσό Συρίζ με την συνοδεία του από είκοσι πάνοπλα «Πρεζόνια» και ένα απελπισμένο σεμήτι, μπήκε στην πόλη λίγο πρίν το σούρουπο και ζήτησε κατάλυμα.
Το τοπικό πανδοχείο είχε όνομα (πράγμα σπάνιο) «Η Χαρούμενη Μίζα».
«Μίζες» στην παράδοση των πασοκιστών ήταν καλότυχα πνεύματα που έφερναν καλοτυχία σε όσους κατοικούσαν. Όποιος καταλαμβανόταν από μία «Μίζα» ήταν πολύ τυχερός στις συναλλαγές του και οι άνθρωποι του χάριζαν πολλά λεφτά.
Το πρόβλημα ήταν εάν σε καταλάμβαναν πολλές «Μίζες» και ειδικά αν αυτό γινόταν αντιληπτό. Οι άνθρωποι αυτοί συνήθως ήταν καταδικασμένοι να κυνηγηθούν από τους συνανθρώπους τους μέχρι εξοντώσεως.
Ήταν χαρακτηριστικός ο μύθος του Τζο Χάτζο, που τον κατέλαβαν πάρα πολλές «Μίζες» και κατέληξε να εκτελεστεί για φοροδιαφυγή, την μεγαλύτερη βλασφημία στην Γραμματεία.

Ο Ιεροεξεταστής μπήκε στο πανδοχείο μαζί με όλη την συνοδεία του.
Ένας ηλικιωμένος άνθρωπος έτρεξε να τους υποδεχθεί.
«Στις διαταγές σας, άρχοντά μου.» είπε. «Είμαι ο Καρλ, ιδιοκτήτης, αλλά όλοι με φωνάζουν «Παπούλη». Πως μπορώ να σας εξυπηρετήσω;» συμπλήρωσε με εδαφιαία υπόκλιση.
«Καταλύματα για εμένα και τους άντρες μου και κάτι να φάμε.» είπε ο κομισάριος «και… θέλω να σου μιλήσω.» συμπλήρωσε.
Ο πανδοχέας έδωσε εντολές σε δύο υπηρέτες να ετοιμάσουν δωμάτια και φαγητό και κατόπιν γύρισε στον κομισάριο.
«Στις διαταγές σας άρχοντά μου…» είπε.
«Λοιπόν, από ποιόν μπορούμε να πάρουμε πληροφορίες για τις ερημιές στ ανατολικά;» ρώτησε αυτός, χωρίς  περιστροφές.
Ο πανδοχέας πάνιασε και ξεροκατάπιε μια – δυό φορές, πριν αποπειραθεί να απαντήσει.
«Κανένα, άρχοντά μου,» είπε «εμείς είμαστε φιλήσυχοι άνθρωποι» συνέχισε χωρίς να κοιτά κατά πρόσωπο τον Τατσό. «Δεν ασχολούμαστε με τις ερημιές…» συμπλήρωσε και έκανε το σχήμα του σφυροδρέπανου, τρέμοντας.
Ο Τατσό προσπάθησε να πάρει ένα φιλικό και καθησυχαστικό ύφος, αλλά το αποτέλεσμα ήταν να γίνει ακόμα πιο απειλητικός. Ο δύστυχος πανδοχέας παρέπαιε στα όρια μεταξύ πανικού και απόλυτης νευρικής κατάρρευσης.
«Ηρέμησε.» είπε και ο πανδοχέας μόνο που δεν ούρλιαξε από τρόμο. «Δεν θα πειράξουμε κανένα..» συμπλήρωσε και χαμογέλασε.
Ο Πανδοχέας λιποθύμησε…

Όσο οι δύο υπηρέτες περιποιούνταν τον πανδοχέα, το σεμήτι πλησίασε τον κομισάριο.
«Κύριε Πρόεδρε…» είπε.
«Τι θέλεις τώρα και συ;» είπε ρουθουνίζοντας ενοχλημένα ο Τατσό. «Δεν καταλαβαίνεις ότι πρέπει να έχουμε κάποιες πληροφορίες πρίν συνεχίσουμε;» συμπλήρωσε. «Δεν μπορούμε να πάμε στα τυφλά…»
«Λοιπόν, κύριε πρόεδρε,» συνέχισε απτόητο το σεμήτι «δεδομένης της αυστηρής απαγόρευσης, κανένας δεν θα έρθει οικειοθελώς να ομολογήσει ότι γνωρίζει τα κατατόπια στις ερημιές της Άττικα, ειδικά σε έναν Ιεροεξεταστή της Γραμματείας , όπως η αφεντιά σας.»
«Μου φαίνεται ότι αναγγέλλεις φορολογικές ελαφρύνσεις…» απάντησε κοροϊδευτικά ο Τατσό.( κοινώς: λες βλακείες) «Και εσύ τι λες να κάνουμε;»
Το σεμήτι δεν έδωσε σημασία στην ειρωνεία, μόνο χαμογέλασε.
«Πηγαίνετε να ξεκουραστείτε και αφήστε με να ερευνήσω. Το πρωί θα σας έχω τον οδηγό…» είπε.
Ο Τατσό το κοίταξε για λίγο και κούνησε το κεφάλι του. Το σεμήτι μπορεί να ήταν μπελάς, αλλά κανείς δεν ήταν καλύτερος ρουφιάνος από ένα σεμήτι.
«Να μην γυρίσεις χωρίς να έχεις καταφέρει κάτι, γιατί δεν σε βλέπω καλά.» είπε μόνο.
Το σεμήτι δεν έδωσε σημασία. Άνοιξε την πόρτα και χάθηκε στα σκοτάδια απέξω.

Το επόμενο πρωί ο Μέγας Κομισάριος έστειλε τα «πρεζόνια» του για πρωινή εκπαίδευση και κάθισε στην βεράντα πίνοντας ένα χαμομήλι και περιμένοντας το σεμήτι.
Αυτό δεν άργησε να φανεί χοροπηδώντας στα αδύνατα και σπυριάρικα πόδια του και σφυρίζοντας ένα παραδοσιακό τραγούδι της ράτσας του.
Τα σεμήτι, αντίθετα από τους ανθρώπους, ήταν ζωώδη και πολλαπλασιάζονταν με τελείως ζωώδη τρόπο. Όχι μόνο αυτό, αλλά δεν έχαναν την ευκαιρία να επιδοθούν σε αυτή την διαδικασία, λες και το διασκέδαζαν. Ο κομισάριος ένιωσε αναγούλα στην σκέψη του τι μπορεί να έκανε το πλάσμα την νύχτα, εκτός από το να ψάχνει για οδηγό.
Παρ’ ολ’  αυτά περίμενε με ανυπομονησία την αναφορά του.
«Καλημέρα, κύριε πρόεδρε,» χαιρέτησε αυθάδικα αυτό, καθώς πλησίασε. «Ελπίζω να είσαι έτοιμος. Βρήκα αυτό που χρειαζόμαστε.»
«Πως τα καταφέρνει το άθλιο υποκείμενο;» σκέφτηκε ο κομισάριος καθώς σηκωνόταν.
«Βλέπεις, οι άνθρωποι φοβούνται το παλούκωμα.» είπε το σεμήτι λες και διάβαζε τις σκέψεις του. « Αλλά αν ξέρεις που πρέπει να κρυφακούσεις και  ποιόν να ρωτήσεις, μαθαίνεις τα πάντα. Δεν υπάρχει πόλη της Γραμματείας χωρίς σεμήτι, κύριε πρόεδρε, και οι άνθρωποι δεν δίνουν και πολύ σημασία στα σεμήτι. Λένε πολλά μπροστά τους που δεν θα έπρεπε…»
«Δεν με ενδιαφέρουν οι βρωμερές συνήθειές σας,» είπε ερεθισμένος ο Τατσό «πάμε να δούμε τι ανακάλυψες.»
«Αυτό ακριβώς εννοούσα.» είπε παιχνιδιάρικα το σεμήτι και άρχισε να χοροπηδάει με τον κομισάριο να το ακολουθεί βρίζοντας…

Ο Άνωδις, ήταν «δεξιός», ένας από τους πιστούς του Καραμάν Αλή, άρχοντα των νεκρών, και, ως εκ τούτου, παρίας. Έβγαζε το ψωμί του πουλώντας χαϊμαλιά και φυλαχτά και λέγοντας ιστορίες για τους αρχαίους. Αλλά είχε ένα σκοτεινό μυστικό. Ταξίδευε στην απαγορευμένη ερημιά της Άττικα ψάχνοντας για τεχνουργήματα των αρχαίων.
Ο Άνωδις ήταν παράξενος από τότε που βγήκε από τις κυψέλες, αυτό που οι Κουκούδες ονόμαζαν «σκάρτο εμπόρευμα». Έτσι δεν ήταν παράξενο που παραδόθηκε στην Μεγαρόπολι, στα σύνορα, και σε έναν δεξιό με το όνομα Λιακό του οποίου την δουλειά και τα πιστεύω κληρονόμησε.
Ο Λιακό συνήθιζε και αυτός να πηγαίνει στην ερημιά και έλεγε πολύ πιο παράξενες ιστορίες. Στον μικρό Άνωδι έλεγε ότι η τεχνολογία ήταν πολύ κακιά αλλά όχι για τους λόγους που λέγαν οι Κουκούδες. Η τεχνολογία, έλεγε είχε έρθει από την κόλαση της δύσης.
Την είχε στείλει ο Μαύρος Άρχοντας Ο Μπάμιας, για να διαφθείρει τους ανθρώπους.
Οι άνθρωποι θα έπρεπε να έχουν πιστέψει και προσευχηθεί να τους σώσει ο θεϊκός Λευκός Άρχοντας Βλαδίμηρος που είχε καλή τεχνολογία που του είχαν δώσει οι Θεοί.
«Υπάρχει καλή τεχνολογία;» ρώταγε ο μικρός.
«Βεβαίως,» απαντούσε ο Λιακό «και να σηκώνεσαι από τον καναπέ όταν σου μιλάω.»
Αυτή ήταν μία συνήθεια του Λιακό. Συνέχεια έλεγε στους ανθρώπους να σηκωθούν. Ίσως γι αυτό μερικές φορές τον είχαν κάνει ασήκωτο από το ξύλο. Έμπαινε στην ταβέρνα ή σε άλλους τόπους συνάθροισης και φώναζε « Σηκωθείτε από καναπέδες, καρέκλες, κρεβάτια, τραπέζια.» Κατόπιν τους έλεγε ότι ήταν η τελευταία ευκαιρία να πάρουν το εμπόρευμά του γιατί ήταν η τελευταία φορά που πέρναγε από εκεί. Βέβαια την άλλη μέρα ήταν πάλι εκεί και έλεγε πάλι τα ίδια αλλά αυτό δεν φαινόταν να τον ενοχλεί καθόλου.
Τελικά μια φορά πήγε στις ερημιές τις Άττικα και δεν ξαναγύρισε.
Ο μικρός Άνωδις έπρεπε να τα βγάλει πέρα μόνος του. Έτσι ανέλαβε αυτός την δουλειά.
Πήγαινε στις συναθροίσεις και έλεγε πόσο σοφοί ήταν οι αρχαίοι που τους έδωσαν το μνημόνιο και  διάφορες ιστορίες από ηρωικές μάχες και  πολέμους. Δεν είχε την ευφράδεια του μέντορά του, αλλά είχε την ευφυΐα να μην επαναλαμβάνει τις εξωφρενικές ιστορίες του. Δεν ήθελε να τραβήξει την προσοχή της εξουσίας. Ο φόβος μιας καταδίκης για αίρεση δεν ήταν καθόλου αδικαιολόγητος. Αν σκεφτείς μάλιστα ότι ήταν καταγεγραμμένος «δεξιός» η θέση του ήταν τελείως επισφαλής.

Ο Άνωδις ρητόρευε σε ένα από τα ταβερνεία της πόλης.
«Ο Κολοκοτρώνης με τους τρακόσους «διαδηλωτές» του, σταμάτησε την επέλαση των βαρβάρων», έλεγε «Στην μάχη στον Αργοπόταμο, έριξε με τα χέρια του την γέφυρα, σκοτώνοντας πολλούς εχθρούς και σταμάτησε τους άθλιους φασίστες. Τότε κατέβηκε από τον ουρανό ο άγγελος Στάλιν και τον έχρησε. Όμως οι άθλιοι συκοφάντες δεν αναγνώρισαν το θαύμα και τον καταδίκασαν να πιεί το κώνειο. Έτσι χάθηκε αυτός ο μεγάλος πολεμιστής και προφήτης και δεν πρόλαβε να δει την έλευση του πρώτου Παπαντρέ.»
Εκείνη την στιγμή άνοιξε η πόρτα. Στο κατώφλι φάνηκε η μορφή ενός κομισάριου, συνοδευόμενου από ένα σεμήτι. Ήταν ο Τατσό Συρίζ.
Οι κουβέντες κόπηκαν μαχαίρι. Μόνο από την γαλαρία ακούστηκε ένας αναστεναγμός ανακούφισης και κάποιος ψιθύρισε κάτι σαν «επιτέλους να τον μαζέψουν, μας έπρηξε…»
Ο Τατσό δεν έδωσε σημασία. Προχώρησε προς τον Άνωδι που είχε μείνει εμβρόντητος και τον κοίταξε εξεταστικά. Κατόπιν απευθύνθηκε στο σεμήτι.
«Αυτός είναι;» ρώτησε.
«Ταιριάζει στην περιγραφή…» είπε το σεμήτι
Ο Άνωδις δεν τολμούσε να πει τίποτα. Ένοιωθε ήδη το παλούκι του ανασκολοπισμού να τον απειλεί.
«Είσαι ο Άνωδις;» ρώτησε ο κομισάριος.
«Έλεος Άρχοντά μου.» κλαψούρισε ο Άνωδις. «Εγώ είμαι τίμιος φορολογούμενος της Γραμματείας.»
«Καλά, καλά,» είπε ο Ιεροεξεταστής, κάνοντας τον άλλο να ιδρώσει μέχρι σημείου αφυδάτωσης «Έλα μαζί μου.» Κατόπιν προχώρησε προς την έξοδο με τον δυστυχή Άνωδι να τον ακολουθεί, ενώ οι υπόλοιποι θαμώνες κοίταζαν αλλού και μερικοί από αυτούς κάνανε καλού –κακού το σχήμα του σφυροδρέπανου λέγοντας και καμιά προσευχή.

Μόλις βγήκαν στον δρόμο, ο Άνωδις κατέρρευσε.  Άρχισε να παρακαλάει και να διαβεβαιώνει για την πίστη του στην Γραμματεία.
Ο κομισάριος του έκανε νόημα να σωπάσει.
«Έχω να σου κάνω μια μοναδική προσφορά.» του είπε και ο άλλος πίστεψε ότι θα του έλεγε να διαλέξει τρόπο εκτέλεσης. «Οδήγησέ μας στις ερημιές της Άττικα και θα έχεις ασυλία…»
Ο Άνωδις ένοιωσε να χάνει το φώς του. «Τώρα τι κάνουμε;» σκέφτηκε. Προφανώς ο κομισάριος ήξερε (ο Καραμάν Αλή οίδε πως) για τις περιπλανήσεις του στις ερημιές. Ήταν αυτή η πρωτοφανής προσφορά κόλπο για να ομολογήσει; Και από πότε ένας κομισάριος χρειαζόταν ομολογία από ένα χαρακτηρισμένο «δεξιό» προκειμένου να τον εκτελέσει; Και  τι δουλειά είχε ένας κομισάριος στις ερημιές της Άττικα;
Δεν είχε επιλογή.  Ένευσε καταφατικά.
«Δεν σε άκουσα!» γαύγισε ο Ιεροεξεταστής. « Η υπομονή μου είναι σχεδόν ανύπαρκτη, απέναντι σε άτομα της φάρας σου. Λέγε!»
«Ναι, ναι, ναι, άρχοντά μου.» είπε ο Άνωδις κάνοντας εδαφιαίες μετάνοιες.
«Ωραία!» αποφάνθηκε ο κομισάριος και χαμογέλασε. Αυτό τρομοκράτησε ακόμη περισσότερο τον δύστυχο Άνωδι που άρχισε να προσεύχεται στον ακόλουθο του Καραμάν Αλή,  Αντόν Σαμάρ, ψέλνοντας την αρχαία λέξη «ανάπτυξη».
Οι «δεξιοί» πίστευαν διαφορετικά πράγματα με τους «πασοκιστές». Για παράδειγμα δεν πίστευαν στην μετά θάνατο ζωή, αλλά σε μία επίγεια, που θα λάμβανε χώρα όταν θα ερχόταν η «ανάπτυξη». Σύμφωνα με την πίστη τους η «ανάπτυξη» ήταν η ημέρα της κρίσεως, όταν ο Καραμάν Αλή και οι Ακόλουθοί του θα έρχονταν πάλι να κυβερνήσουν τον κόσμο. Τότε θα ανέστηναν όλους τους νεκρούς και τους δίκαιους θα τους κάνανε «δημόσιους» δηλαδή μακάριους, ενώ τους άπιστους «ιδιωτικούς» δηλαδή υπηρέτες των μακαρίων. Βέβαια υπήρχε και το θέμα του «Παπαντρέ» όμως αντίθετα με τους πασοκιστές πίστευαν ότι η παρέμβασή του καθυστερούσε την άφιξη της  «ανάπτυξης». Άλλωστε πίστευαν πως το ανώτατο πνεύμα ΠΑ.ΣΟ.Κ. δεν ήταν ανώτατο και πως ήταν χρονικά περιορισμένο. Μόνο ο Μαρξ ήταν αιώνιος. Αυτό το τελευταίο ήταν που τους έκανε ανεκτούς στα πλαίσια της Γραμματείας. Τέλος οι θρύλοι ήθελαν τους «δεξιούς» να έχουν πολεμήσει την λατρεία του Μαρξ και αυτό ήταν που έκανε την θέση τους επισφαλή και αυτούς παρίες, παράλληλα με το ότι πίστευαν στην τελική επικράτηση του θεού των νεκρών.
 Ψέλνοντας, λοιπόν, χαμηλόφωνα «ανάπτυξη» ο Άνωδις ακολούθησε τον Άρχοντα κομισάριο στην «Χαρούμενη Μίζα».

Ο κομισάριος οδήγησε τον κατατρομοκρατημένο δεξιό σε μία από τις πλαϊνές αίθουσες του πανδοχείου. Δύο «πρεζόνια» στάθηκαν στην πόρτα.
«Λοιπόν, τι ξέρεις για τις ερημιές;» ρώτησε ο Ιεροεξεταστής. Το βλέμμα του έδειχνε ότι περίμενε απαντήσεις και ο Άνωδις ήταν αρκετά ευφυής για να μην αρχίσει τις υπεκφυγές.
Μάζεψε όσο θάρρος του είχε απομείνει και απάντησε.
«Φοβερός τόπος, άρχοντά μου, γεμάτος παγίδες και κινδύνους.»
«Γίνε πιο σαφής!» απαίτησε ο κομισάριος «Τι παγίδες και κινδύνους; Και πως μπορεί ένας σαν και σένα να αποφύγει ή και να αντιμετωπίσει τέτοιες καταστάσεις; Λοιπόν;»
«Άρχοντά μου,» ξεκίνησε ο Άνωδις «δεν πήγαινα πολύ μακριά, αλλά έχω δει πράγματα και ο ανάδοχός μου, ο Λιακό, μου είχε πει. Αυτός είχε πάει πιο μακριά. Τελικά αυτό ίσως στοίχισε την ζωή του…»
«Πες μας λοιπόν ότι ξέρεις, αλλά κατ αρχήν, υπάρχουν καθόλου κτήρια στις ερημιές; αρχαίοι ναοί;»
«Εγώ προσωπικά δεν έχω διαπιστώσει τίποτα τέτοιο, δίκαιε.» είπε ο Άνωδις «Υπάρχουν κάποια ερείπια, πολύ παλιά, αλλά τίποτα άλλο. Τουλάχιστον ως εκεί που έχω πάει.»
«Και οι Τουρκ; Υπάρχουν; Είναι πραγματικοί;»
«Ω, ναι! Είναι! Φρικτοί, απαίσιοι, τους έχω δει! Βγαίνουν την νύχτα και περιφέρονται. Ο Λιακό έλεγε ότι ζουν σε ένα υπόγειο δίκτυο από τούνελ που είχε σκάψει το αρχαίο σκουλήκι MΕTRO
«Έχουν τεχνολογία;»
Ο Άνωδις ταράχτηκε. «Τεχνολογία;» είπε φοβισμένα «Όχι, όχι αυτοί…» του ξέφυγε.
«Α-χα!» φώναξε θριαμβευτικά ο Τατσό «Τώρα φτάνουμε κάπου! Όχι αυτοί; Τότε ποιοι; Ποιοι κρύβονται στις ερημιές και χρησιμοποιούν τεχνολογία; Λέγε τι ξέρεις! Τώρα!»
Η φωνή του Άνωδι ίσα που ακούστηκε όταν απάντησε, κουρασμένα.
«Δεν ξέρω πολλά, σχεδόν τίποτε, απλώς μια φήμη που είχε πει κάποτε ο Λιακό, πάνε πολλά χρόνια.»
«Λοιπόν τι είπε;»
«Κάτι, ή κάποιους που είχε δει, ή νόμιζε ότι υπήρχαν. Κάτι περισσότερο θεωρία, παρά γεγονός. Ο Λιακό τους ονόμαζε… ΕΨΙΛΟΝ.» 

Παρασκευή 3 Μαΐου 2013

Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΧΡΥΣΑΥΓΙΤΗΣ 4


Κεφάλαιο 4

ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΑ !
Κέντρο της αγιοτάτης Γραμματείας και βάση του συστήματος εξουσίας.
Η πόλη αποτελείτο από το κέντρο και τα προάστια.
Στο κέντρο ήταν οι ναοί και τα κτήρια της διακυβέρνησης και ήταν περιστοιχισμένο με ψηλό τείχος φρουρούμενο από ομάδες «Διαδηλωτών».
«Διαδηλωτές» ήταν οι οπλίτες του στρατού της Γραμματείας.
Οι βαθμοί περιλάμβαναν τους: «Αναρχικούς»(λοχίες), «Αντιέξους» (επιλοχίες), «Κουκουλοφόρους» (ανθυπασπιστές).΄
Αυτοί ήταν οι υπαξιωματικοί.
Οι αξιωματικοί είχαν βαθμούς όπως: «Μολοτοφόρος» (ανθυπολοχαγός), «Γνωστάγνωστος» (υπολοχαγός), «Μπαχαλάκιας» (λοχαγός). Μεσαίας κλίμακας αξιωματικοί  περιλάμβαναν τους: «Αντιρατσιστής» (ταγματάρχης), «Αντιφασίστας» (αντισυνταγματάρχης) και «Καθοδηγητής» (συνταγματάρχης). Ανώτεροι αξιωματικοί ήταν: «Συνιστάρχης»   (ταξίαρχος), «Κομματάρχης»  (αντιστράτηγος), «Συριζαίος» (υποστράτηγος) και «Έξαρχος» (στρατηγός).
Ο Έξαρχος της Κουμουνδούρας ήταν ο ανώτατος αρχηγός του τακτικού στρατού της Γραμματείας και όλων των Εξαρχείων (τμήματα στρατού). Αυτόν έπρεπε να συναντήσει ο Κομισάριος Τατσό, γιατί στην ευθύνη του υπάγονταν τα σύνορα της Γραμματείας, που ήταν και τα σύνορα του πολιτισμένου και κατοικημένου κόσμου.
Η Κουμουνδούρα ήταν το κέντρο του πολιτισμού. Τα προάστιά της αποτελούσαν καλοχτισμένες καλύβες από ποιοτική πλίθρα και υπέροχες παράγκες από ακατέργαστη πέτρα. Οι δρόμοι ήταν από καλοπατημένο χώμα και είχε πλατείες όπου μπορούσες να αφοδεύσεις άνετα σε μεγάλους λάκκους. Είχε επίσης ένα άρτιο σύστημα από αυλάκια για ούρηση. Στις άκριες των δρόμων υπήρχαν μόνιμα παλούκια και σχεδόν ποτέ δεν ήταν άδεια. Υπήρχαν και τα υπαίθρια «Σωφρονιστήρια» με διάφορες υποδομές όπως ικριώματα, λαιμητόμους, στραγγάλες, στύλους για πυρές, και άλλα.
Ο Κομισάριος έφθασε στην πύλη του κέντρου και παρουσίασε τα διαπιστευτήριά του.
Μέσα από το τείχος οι δρόμοι ήταν λιθόστρωτοι και τα κτήρια διακοσμημένα με ανάγλυφα και σύμβολα. Ο μεγαλύτερος ναός, ο καθεδρικός του αγίου Μαρξ βρισκόταν στο κέντρο και δέσποζε με τον όγκο του. Ομάδες από Κουκούδες με τους γνωστούς άλικους χιτώνες, περιφέρονταν γύρω από τον ναό ψάλλοντας ύμνους σε μια ξεχασμένη πιά γλώσσα.
Ο ναός ήταν διακοσμημένος με ανάγλυφα που περιγράφαν την ζωή του προφήτη Τσιπραλέξ.
Σύμφωνα με τον θρύλο, ο προφήτης ήταν γιός της ιέρειας Ηλάνας, που τον φυγάδεψε ο άγιος Αλλά Βαν, όταν το τέρας Παπαντοπούλ κατέστρεψε τον Ναό των Πολλών Τεχνών.
Ο άγιος προστάτεψε το μωρό της ιέρειας μέχρι να μεγαλώσει και να μπορέσει να αποκαταστήσει την αγνή λατρεία του Μαρξ.
Τα ανάγλυφα ιστορούσαν όλη την πορεία του προφήτη, από την συνάντησή του με το πονηρό πνεύμα Σόϊμπλε και μετά την δοκιμασία και τους πειρασμούς στην έρημο της Ουάσιγκτον. Κατόπιν τον φωτισμό του στις μακρινές χώρες της Λαταμέρκης και την επιστροφή του όπου ο κόσμος τον υποδέχθηκε σαν σωτήρα.
Ο προφήτης μίλησε πολλές φορές κι δίδαξε στον ναό «Βουλή» όπου οι Ιερείς «Βουλευτές» τον χλεύαζαν και τον λοιδορούσαν. Ο προφήτης στην μακροθυμία του δεν τους πείραξε, μόνο όταν ήλθε στην  εξουσία τους ανασκολόπισε με όλες τις τιμές που τους άρμοζαν.

Ο Άρχοντας Ιεροεξεταστής διέσχισε το κέντρο και κατευθύνθηκε προς το Παλάτι «Σπίτι του Λαού» ή «Περισσό Πάλας». Το νόημα της δεύτερης ονομασίας χανόταν στα βάθη των αιώνων.  Ήταν η κατοικία του άρχοντα Κυρίαρχου της Γραμματείας «Λαού», ανώτατου εκπροσώπου του Μαρξ επί της Γης.
Το Παλάτι ήταν και αυτό περιτειχισμένο και φρουρείτο από ομάδες βετεράνων και της φρουράς του Λαού τους ονομαζόμενους «αναρχοαυτόνομους».
Μέσα από τα τείχη υπήρχε το μέγαρο του Λαού και διάφορα άλλα κτήρια που στέγαζαν αρχές και υπηρεσίες. Ο Κομισάριος, αφού πέρασε τον τυπικό έλεγχο, κατευθύνθηκε προς την έδρα του στρατιωτικού άρχοντα της Γραμματείας, του Έξαρχου της Κουμουνδούρας ή, όπως λεγόταν μερικές φορές, «Έξαρχου των Εξαρχείων».
Ο Έξαρχος ήταν ένας ψηλός άνδρας που αρέσκονταν να φοράει κάτι σιδερένια δαχτυλίδια μπροστά στα μάτια του, που στηρίζονταν στην μύτη και, με δύο μικρούς βραχίονες, στα αυτιά του. Είχε διακριθεί στον πόλεμο κατά των «αγανακτισμένων», μία άλλη μεγάλη σύρραξη που είχε ταλανίσει την Γραμματεία.
Ο ίδιος είχε δώσει τέλος στον πόλεμο καίγοντας τους αρχηγούς του εχθρού, κάποιους  απαίσιους αργυραμοιβούς, μέσα στο ίδιο τους το άντρο. Μετά από αυτό η κάστα των αργυραμοιβών είχε τεθεί εκτός νόμου και όσοι ασχολούντο με αυτή την δραστηριότητα είχαν εκτελεστεί ή σταλεί στα ορυχεία.

Ο Κομισάριος μπήκε στο κελί του Έξαρχου και χαιρέτισε, σηκώνοντας την αριστερή γροθιά. Μετά τα τυπικά, έδωσε την αναφορά του, αν και ο Έξαρχος δεν ήταν τυπικά ανώτερος από έναν κομισάριο. Οι κομισάριοι δεν ανήκαν στον στρατό, όπως άλλωστε δήλωνε ο τίτλος τους, αλλά ήταν πολιτικοθρησκευτικοί αξιωματικοί. Είχαν όμως στρατιωτικούς βαθμούς ανάλογα με την αρχαιότητα και την δράση τους.
Όταν ανέφερε (με χαμηλό τόνο) την ύπαρξη του βιβλίου και τις υποψίες του, ο Έξαρχος ταράχτηκε.
«Πάμε σε ασφαλή χώρο…» είπε, «Θέλω να δω με τα μάτια μου.» συμπλήρωσε.

Αργότερα, στον ασφαλή χώρο, ο Έξαρχος κοίταζε απορώντας  το βιβλίο που είχε φέρει ο κομισάριος.
«Απίστευτο.» είπε στο τέλος. «Είναι καινούργιο…»
«Είχα ακούσει για έναν ξένο που κυκλοφορούσε στα σύνορα και βρισκόταν από το ένα χωριό στο άλλο σε χρόνο που δεν δικαιολογείτο.» εξήγησε ο Τατσό. «Αυτό με έβαλε σε υποψίες καθώς και ο τρόπος ένδυσής του. Ακολουθούσα την πορεία του από χωριό σε χωριό και πάντα ήταν άφαντος, μέχρι που στο τελευταίο ανακάλυψα ότι είχε αφήσει αυτό…  Φαίνεται σαν να ήθελε να το βρω… Είναι ανεξήγητο. Κανονικά θα έπρεπε να είναι πάρα πολύ προσεκτικός.»
«Μάλιστα… αλλά το συμπέρασμα ότι χρησιμοποιεί τεχνολογία;»
«Εκτός από την ταχύτητα με την οποία μετακινείτο, όπως είπες το αντικείμενο είναι καινούργιο…»
«Ναι έχεις δίκιο, αλλά φαντάζει απίστευτο. Ένας ναός της τεχνολογίας… Τερατώδες… Πως μπορεί κάτι τέτοιο να παραμείνει απαρατήρητο.»
«Πιστεύω ότι είναι ανατολικά έξω από τα σύνορα.»
«Αδύνατον… Τίποτα δεν ζει εκεί. Είναι γεμάτο άγριους Τουρκ, κανίβαλους που τρώνε ο ένας τον άλλο.»
Ο Έξαρχος αναφερόταν στους Τουρκ, νεκροζώντανα ζόμπι που σύμφωνα με τα αρχεία της Γραμματείας, λυμαίνονταν τις περιοχές ανατολικά των συνόρων. Επειδή όποιος πήγαινε εκεί υπήρχε περίπτωση να μολυνθεί, όποιος πήγαινε, είτε δεν γύριζε ποτέ, είτε, εάν γύριζε, παλουκωνόταν και το πτώμα του καιγόταν για προληπτικούς λόγους.
«Ο μόνος τρόπος να το μάθουμε είναι μία έρευνα…» είπε διστακτικά ο κομισάριος.
Ο Έξαρχος τον κοίταξε λες και του είπε ότι η Γή ήταν σφαιρική και γύριζε γύρω από τον Ήλιο.
«Ο Μαρξ να φιλάει…» είπε και έκανε το σχήμα του σφυροδρέπανου.
«Θα βρεις φρικτό τέλος και η ψυχή σου θα πάει στο Γκούλαγκ. Ποιος θα σε ακολουθήσει στην  κόλαση της Άττικα;» συμπλήρωσε.
«Πρέπει να πάρω άδεια και όσο για ομάδα, θα βρω. Εσείς συμφωνείτε να μου δώσετε άδεια;»
«Από εμένα την έχεις, όσο τρελό και αν είναι αυτό που προτείνεις. Πρέπει όμως να ειδοποιηθούν και τα ανώτερα κλιμάκια της γραμματείας, ίσως και ο Λαός ο ίδιος…»

Την επομένη ο Κομισάριος έλαβε την άδεια συγκροτήσεως ομάδας εκστρατείας από δύο «Διαμαρτυρίες» ( είκοσι άτομα) και επιχείρησης εν λευκώ ανατολικά από τα σύνορα.
Ο στρατός της Γραμματείας αποτελείτο από τμήματα πέντε ανδρών, ονομαζόμενα «Απεργίες πείνας» ή απλώς «Πείνες». Οι οπλίτες που τις αποτελούσαν ονομάζονταν και «Πειναλέοι». Δύο «Πείνες» αποτελούσαν μία «Διαμαρτυρία», πέντε «Διαμαρτυρίες» μία «Κατάληψη», δύο «Καταλήψεις» (εκατό άνδρες) μία «Απεργία», πέντε «Απεργίες» (πεντακόσιοι άνδρες) μία «Διαδήλωση», δύο «Διαδηλώσεις» (χίλιοι άνδρες) μία «Εξέγερση» και τέλος πέντε «Εξεγέρσεις» ένα «Εξάρχειο».  
  Ο Κομισάριος δεν ήταν ανόητος. Διάλεξε τους άνδρες του από τους πιο σκληροτράχηλους βετεράνους των ειδικών δυνάμεων.
Οι ειδικές δυνάμεις της γραμματείας ονομάζονταν «Πρέζες» εξ ου και οι «διαδηλωτές» των ειδικών δυνάμεων ονομάζονταν «Πρεζόνια».
Ήταν ειδικοί σε μάχη σώμα με σώμα, στην χρήση διαφόρων όπλων, από βαριοπούλες έως μολότοφ και ήταν απόλυτα αφοσιωμένοι στην λατρεία του Μαρξ.
Η ομάδα που θα ακολουθούσε τον κομισάριο αποτελείτο αποκλειστικά από εθελοντές.
Ο κομισάριος ήταν πολύ ευχαριστημένος.
Τα εφόδια τα ανέλαβε αυτός μαζί με το σεμήτι.

Τρείς ημέρες μετά την άφιξη του στην Κουμουνδούρα, ο Άρχοντας Κομισάριος Ιεροεξεταστής Τατσό Συρίζ ήταν πανέτοιμος.
Η εκστρατεία στις ερημιές της Άττικα, ήταν έτοιμη να ξεκινήσει.
Ο Τατσό έκανε ευλαβικά το σχήμα του σφυροδρέπανου και ξεκίνησε.

Τρίτη 9 Απριλίου 2013

Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΧΡΥΣΑΥΓΙΤΗΣ 3



                                                                                          Κεφάλαιο 3


 Ο Τεό Παγκά  γονάτισε κάτω από ένα ξεθωριασμένο σύμβολο του πράσινου δύοντος ηλίου και προσευχήθηκε προς τον θεό ΠΑΣΟΚ:
«Μαζί τα φάγαμε, και εσύ που μας διόρισες και εμείς που σε ψηφίσαμε.»
Η προσευχή ήταν πανάρχαια και στην σημερινή γλώσσα της γραμματείας δεν έβγαζε νόημα, αλλά ήταν η παράδοση και από τα βασικά δόγματα των ΠΑΣΟΚ ιστών, οι οποίοι ήταν στη πλειοψηφία τους «αστέοι».
Κατόπιν, ο Τεό πήρε το φραγγέλιο που είχε κρεμασμένο δίπλα στον βωμό κάτω από το σύμβολο και άρχισε να αυτομαστιγώνεται, επαναλαμβάνοντας την ιερή φράση « Λεφτά υπάρχουν».
Αυτή η τελετουργία χρησίμευε στην κάθαρση από το άγος της αποστασίας, όταν, σύμφωνα με την ιερά παράδοση, οι πιστοί του τελευταίου Παπαντρέ τον είχαν εγκαταλείψει, όταν ανέβηκε στο ιερό βουνό Γιούρογκρουπ, για να φέρει τους ιερούς νόμους του Μνημονίου.
Όταν ο Παπαντρέ γύρισε με τους ιερούς νόμους, οι άνθρωποι πήραν τους νόμους, αλλά εγκατέλειψαν τον άγιο Παπαντρέ και προσκύνησαν τον δαίμονα Ε’μπενίζελ.
Ο άγιος, απογοητευμένος, αυτοεξορίστηκε στις ερημιές του Χάρβαρντ, ενός απαίσιου τόπου στα δυτικά.
Ο Τεό ολοκλήρωσε την βραδινή τελετουργία κάθαρσης και ήταν έτοιμος να κοιμηθεί όταν χτύπησε η πόρτα.
Ήταν ο Άρχοντας Κομισάριος Ιεροεξεταστής.
Ο Τεό δεν ξαφνιάστηκε. Περίμενε την επίσκεψη του Ιεροεξεταστή. Φοβόταν όμως τις αποφάσεις που αυτός είχε προφανώς πάρει και τα συμπεράσματα στα οποία  ίσως είχε καταλήξει.
Ο Ιεροεξεταστής φαινόταν ήρεμος.
Έκλεισε την πόρτα πίσω του και κοίταξε γύρω.
«Είμαστε μόνοι…»
Ήταν διαπίστωση, όχι ερώτηση.
«Οι πελάτες έφυγαν άρχοντά μου…» είπε ο Τεό.
«Νομίζω ότι είχα πει να μην φύγει κανείς…» είπε ο Κομισάριος.
«Τέλος πάντων, κάτω από τις περιστάσεις, ίσως είναι καλύτερα έτσι.» κατέληξε.
Ο Τεό ξεφύσησε ανακουφισμένος.
«Τώρα καλέ φορολογούμενε, πες μου για τον ΞΕΝΟ.» είπε ο άρχοντας Κομισάριος αφήνοντας άναυδο τον φτωχό ταβερνιάρη.
«Πως…»
«Νομίζεις ότι βρέθηκα τυχαία εδώ, στα σύνορα της Γραμματείας;»
«Δεν νομίζω τίποτα άρχοντά μου.»
«Και πολύ καλά κάνεις, κοίτα την δουλειά σου και θα ζήσεις πολλά φορολογικά έτη ακόμα.
Τώρα πες μου για αυτόν που άφησε το δέμα.»
«Ήταν λεπτός, μέτριου αναστήματος, μελαχρινός, με μουστάκι και μία ουλή στο σαγόνι.»
Είπε με μία ανάσα ο Τεό.
«Πότε;» ρώτησε μονολεκτικά ο Τατσό.
«Πάνε τρείς εργάσιμες.»
«Πόσο;»
«Έμεινε δύο…»
«Που;»
«Δυτικά.»
«Πως;»
«Με τα πόδια…»
«Τώρα, θα σου πω ορισμένα πράγματα  και πρόσεξε τις απαντήσεις σου γιατί έχουν μεγάλη σημασία.» είπε ο Ιεροεξεταστής. «Πρώτον: ήρθε από δυτικά και έφυγε δυτικά. Σωστά;»
«Ναι, δίκαιε…» απάντησε εμβρόντητος ο Τεό.
«Δεύτερον: πριν την άφιξη του και μετά την αναχώρησή του, ακούστηκε ένα μουγκρητό στα δυτικά;»
«Ναι…» ψέλλισε ο Τεό.
«Τρίτο: φορούσε δερμάτινα γυαλιστερά με μπότες, γάντια και γυαλιά;»
Ο Τεό ένευσε καταφατικά καθώς είχε μείνει άφωνος από την έκπληξη.
«Μόνο πεζός δεν είναι, το κάθαρμα.» σκέφτηκε ο κομισάριος.
«Καθόλου παράξενο που δεν μπορώ να τον προφτάσω.»

Ο Κομισάριος βγήκε από το άθλιο οίκημα και κοίταξε γύρω. Το σεμήτι βγήκε από τις σκιές και τον πλησίασε.
« Έλεος, πρόεδρε.» χαιρέτησε.
« Πήγαινε να φέρεις τα άλογα.» είπε αυτός «φεύγουμε.»
«Τι έγινε;» ρώτησε το ανθρωπάριο.
«Ήταν εδώ. Θα τον πιάσουμε, που θα πάει.» απάντησε ο Ιεροεξεταστής.
«Μας κοροϊδεύει πολύ καιρό. Αλλά τώρα ξέρω, ο άθλιος, χρησιμοποιεί τεχνολογία.»
Ένας υπόκωφος θόρυβος ακούστηκε από την πλευρά του σεμήτι και μια δυσωδία απλώθηκε στην ατμόσφαιρα, στο άκουσμα της πιο μαύρης από τις σκοτεινές τέχνες.
«Εεεε, κοίτα, πρόεδρε, εγώ πρέπει να πάω σπίτι έχω μια επείγουσα δουλειά…» είπε τρέμοντας το σεμήτι.
«Φοβάσαι;» είπε ο κομισάριος. «Δεν σε αδικώ. Κανείς δεν ξέρει απόλυτα τις δυνάμεις αυτής της τέχνης. Αλλά μα τον άγιο Τσιπραλέξ, το καλό θα νικήσει τις σκοτεινές δυνάμεις.»
«Εντάξει, μέχρι να γίνει αυτό εγώ μπορώ να πάρω μία αδειούλα;»
«Πήγαινε να φέρεις τα άλογα και γρήγορα…»

Τα σημάδια στο έδαφος ήταν καλυμμένα, αλλά το έμπειρο μάτι του Ιεροεξεταστή τα ξεχώρισε.
«Σιδερένιο υποζύγιο.» μούγκρισε. «Δεν κουράζεται και τρέχει πολύ γρήγορα. Κάθαρμα, ποιος είσαι; Θα σε πιάσω και θα σε παλουκώσω αφού τα ξεράσεις όλα.»
«Είναι δυνατόν να είναι χρυσαυγίτης, κύριε πρόεδρε;» είπε το σεμήτι.
«Δεν ξέρω… Οι χρυσαυγίτες έχουν  εξαλειφτεί χιλιετηρίδες τώρα. Δεν μπορώ να ξέρω…»
«Το ίδιο λέγαν και για τους ροκάδες, αλλά ο σύντροφος Στρατηγούλης ανακάλυψε ένα ολόκληρο χωριό.»
«Δεν είναι το ίδιο. Η τεχνολογία χρειάζεται μεγάλους ναούς. Χρειάζεται υλικά. Δεν είναι μερικοί τρελοί με μουσικά όργανα.» είπε και έφτυσε. Η μουσική ήταν μία ακόμη αμαρτία. Όχι βέβαια κάθε μουσική, μόνο αυτή που δεν εγκρίναν οι ΚουΚούδες, το ιερατείο.
«Πήγε ανατολικά. Όταν έφθασε εδώ, έκρυψε το υποζύγιό του και το ξαναπήρε φεύγοντας.
Έκανε ένα κύκλο και κατευθύνθηκε ανατολικά… Τι είναι εκεί;»
«Τίποτα, κύριε πρόεδρε, μόνο οι ερημιές της Άττικα και το μεγάλο φαράγγι. Οι απαγορευμένες περιοχές. Τίποτα δεν ζει εκεί. Όποιος πάει ή έλθει από εκεί παλουκώνεται.»
«Το ξέρω… Άρα… γιατί πάει προς τα εκεί;»
«Αφού είναι παράνομος , πρόεδρε. Δεν τον ενδιαφέρουν οι απαγορεύσεις.»
«Ή… έχουμε επαναπαυθεί στην παντοδυναμία της Γραμματείας. Ίσως κάτι γίνεται εκεί.
Αλλά χρειαζόμαστε ειδική άδεια για να πάμε εκεί. Πρέπει να γυρίσουμε στην πρωτεύουσα.»
Η πρωτεύουσα της Γραμματείας, η Κουμουνδούρα, όφειλε το όνομά της στην μυθική τοποθεσία που είχε το κατάλυμά του ο πρώτος Λαός, ο άγιος Τσιπραλέξ.
Το σεμήτι ξεφύσησε ανακουφισμένο. Το τελευταίο πράγμα που ήθελε ήταν μια εκστρατεία σε ένα καταραμένο μέρος για να αντιμετωπίσουν αιρετικούς που χρησιμοποιούσαν τεχνολογία.
«Πρέπει όμως να πείσουμε τον Έξαρχο.» είπε παρ’ όλα αυτά.
«Αυτό δεν με ανησυχεί καθόλου είπε ο Κομισάριος. Μόλις δουν τα στοιχεία που έχω θα βαρέσει συναγερμός.»
Έστρεψαν τα άλογά τους και κατευθύνθηκαν δυτικά….

Παρασκευή 8 Φεβρουαρίου 2013

Ο ΜΠΑΜΠΟΥΛΑΣ


Ο κύριος με το κοστούμι μπήκε στο γραφείο του αξιωματικού χωρίς να ανακοινωθεί.
Ο αξιωματικός σηκώθηκε όρθιος, έκπληκτος και λίγο αγχωμένος.
«Εσείς εδώ;» ρώτησε.
«Ήταν ανάγκη…» είπε ο κοστουμάτος και του έκανε ένα νόημα.
Ο αξιωματικός βγήκε από το γραφείο του και έδιωξε τον γραμματέα του που ήταν ακόμη στην θέση του παρά το περασμένο της ώρας. Κατόπιν μπήκε πάλι μέσα και έκλεισε τις περσίδες στα παράθυρα.
«Εντάξει ,» είπε «είμαστε μόνοι. Μπορούμε να μιλήσουμε.»
«Πρέπει να ενεργοποιηθεί το σχέδιο ‘ΜΠΑΜΠΟΥΛΑΣ’» είπε ο κοστουμάτος.
«Δεν γίνεται, κύριε,» είπε ο αξιωματικός «το σχέδιο ‘ΜΠΑΜΠΟΥΛΑΣ’ είναι μακρόπνοο. Δεν έχει στηθεί απόλυτα ακόμα και τα ‘σκιάχτρα’ δεν έχουν ωριμάσει, είναι ακόμη ‘φυντάνια’»
«Οι καιροί είναι δύσκολοι, φίλε μου,» είπε ο άλλος «απαιτείται δυναμική αντιμετώπιση. Το σχέδιο αυτό είναι ότι χρειάζεται.»
«Γιατί; Μήπως μπορούμε να κάνουμε κάτι άλλο, κάτι με λαθρεμπόριο, λαθρομετανάστες, κάτι ποινικό, ένα σκάνδαλο…»
«Όχι, το σχέδιο ‘ΜΠΑΜΠΟΥΛΑΣ’ είναι ότι χρειαζόμαστε. Τα έχει όλα. Παράλληλα θα ανεβάσουμε την εκτίμηση της αστυνομίας και του συστήματος γενικά και θα δημιουργήσουμε σύγχυση στην αριστερά.»
«Καλά αλλά δεν μπορώ από μόνος μου να ενεργοποιήσω ένα σχέδιο τέτοιας έκτασης.
Χρειάζομαι εντολές.»
«Έχω εντολές…»
«Εννοώ επιπέδου.»
«Ποιο ψηλά δεν υπάρχει…»
«Εννοείς…»
«Ναι , αυτός.»
 Ο αξιωματικός ένευσε καταφατικά, λίγο κουρασμένος.
«Ας συζητήσουμε τις λεπτομέρειες.» είπε.

«Αυτός ποιος είναι;» ρώτησε ο κοστουμάτος καθώς κοίταζαν τις φωτογραφίες των υποψηφίων.
«Είναι ο …………» είπε ο αξιωματικός
«Εννοείς εγγονός του …………» είπε ο άλλος.
«Ναι.»
«Φίλος του   …………….. και μάρτυρας στη υπόθεση ………………;»
«Ακριβώς.»
«Μα αυτό είναι υπέροχο, είναι ιδανικός.»
«Κύριε είναι πολύ ‘φυντάνι’, και η μητέρα του πολύ γνωστή…»
«Δεν έχει μπλέξει ακόμα;»
«Είναι μπλεγμένος, αλλά είναι πολύ δυνατό χαρτί. Κάτι να πάει στραβά μπορεί όλο το σχέδιο να γυρίσει μπούμερανγκ.»
«Στο χέρι σου είναι να μην πάει στραβά!» είπε αυστηρά ο κοστουμάτος. «Και πρέπει να φανούν επικίνδυνοι. Να φέρουν βαρύ οπλισμό.»
«Τότε δεν πρέπει να δράσουμε βιαστικά.»
«Ωραία, και το σκηνικό;»
«Επαρχία, μακριά από μεγάλα αστικά κέντρα, πιο εύκολο και ανεβάζουμε και την αστυνομία της επαρχίας στην εκτίμηση του κοινού.»
«Θαυμάσια. Πότε θα είσαστε έτοιμοι;»
«Σε δύο εβδομάδες.»
«Καλώς θα συναντηθούμε ξανά την παραμονή. Προετοίμασέ το και ειδοποίησε με.
Ξέρεις, στον ‘ειδικό’ αριθμό.»
«Μάλιστα κύριε.»
«Καληνύχτα.»

Οι δύο άνδρες κάθισαν στο γωνιακό τραπέζι του απόμερου και άδειου εξοχικού κέντρου και παρήγγειλαν καφέδες.
Μόλις απομακρύνθηκε ο μαγαζάτορας, μίλησε ο αξιωματικός.
«Όλα είναι έτοιμα,» είπε. «Αύριο θα χτυπήσουν μία τράπεζα σε μία επαρχιακή πόλη, μέχρι το βράδυ θα τους έχουμε.»
«Καλώς. Κοίτα, άμα τους πιάσουν κανόνισε να φάνε ένα χέρι ξύλο.» είπε ο κοστουμάτος.
«Αυτό απαγορεύεται από τον νόμο.» είπε έκπληκτος ο αστυνομικός.
«Το ξέρω. Κοίτα, έτσι θα έχουμε πολλαπλά οφέλη. Το θέμα θα μονοπωλήσει τις ειδήσεις για όλη την εβδομάδα. Όλοι θα ξεχάσουν και το Κατάρ και την Τουρκία και την μιζέρια τους. Άσε που θα ξεβρακωθούν οι αριστεροί που θα τρέξουν να καταγγείλουν. Θα τους πιάσουμε όλους στον ύπνο. Θα διχαστούν. Ο δικός μας θα το κάνει πρώτο θέμα και όλοι οι άλλοι δημοσιοκάφροι θα ακολουθήσουν θέλοντας και μη για να μην χάσουν τηλεθέαση.»
«Ποιος ο  ………………. του  ……………….»
«Όχι ρε, αυτός φαίνεται, ο άλλος ο  …………………………..»
«Και αυτός δικός μας;»
«Γιατί, ποιος νομίζεις ότι του δίνει τα θέματα που βγάζει; Τον έχεις για τέτοιο τζιμάνι; Στόκος είναι ο άνθρωπος. Εμείς τον κάναμε δημοσιογράφο. Αν δεν είχε τη υποστήριξή μας, ούτε τα διανυκτερεύοντα φαρμακεία δεν θα του έδιναν να γράψει.»
«Δεν το ήξερα…»
«Είναι πολλά που δεν ξέρεις και καλύτερα έτσι. Μόνο έτσι θα μπορέσεις να βγεις στην σύνταξη!»
«Σαν απειλή ακούγεται…»
«Πάρτο όπως θέλεις. Γιατί, νομίζεις ότι εγώ θα βγω ποτέ στην σύνταξη;  Τέλος πάντων. Έχεις τίποτα άλλο;»
«Ναι, δεν υπάρχει κίνδυνος για τίποτα παρατράγουδα, όπως το οκτώ;»
«Δεν είχες αυτή την θέση τότε και ρωτάς πράγματα επικίνδυνα. Ένα θα σου πω: επιχείρηση ‘ΑΘΛΙΟΙ’.»
«Δική μας;»
«Κανενός άλλου.»
«Καλά λες, δεν θέλω να ξέρω…»

Η είδηση έπαιζε παντού.
Μεγάλη επιτυχία των διωκτικών αρχών.
Ο άνδρας με το κοστούμι χαμογέλασε. Σήκωσε το τηλέφωνο και σχημάτισε έναν αριθμό που δεν υπήρχε καταχωρημένος πουθενά.
«Τον κύριο υπεύθυνο παρακαλώ.» είπε και κατόπιν: «Χαίρετε, όλα καλά, μπορείτε να προχωρήσετε, οι πάντες είναι απασχολημένοι τουλάχιστον για μία εβδομάδα.
Κανείς δεν θα σας προσέξει.»

Το σύστημα δουλεύει…
Εμείς κοιμόμαστε… 

Πέμπτη 24 Ιανουαρίου 2013

ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ MAC


Τον φίλο μου είχα καιρό να τον δώ.
Όταν τον ξανασυνάντησα, είχε αφήσει μούσι και διατηρούσε μία πλούσια αλογοουρά πίσω από μία όμοια πλούσια φαλάκρα.
Κανονίσαμε να τον επισκευθώ μία ημέρα στο σπίτι του να τα πούμε.
Άνθρωπος του πνεύματος και της τέχνης, το πάθος του ήταν η τεχνολογία.
Ήταν ο πρώτος που είχε αποκτήσει Z-X spectrum στην αρχή, και όταν εγώ είχα ακόμα πρόβλημα με το scientific calculator αυτός ήδη προγραμμάτιζε σε basic.
Τον επισκέφτηκα στο σπίτι του στην Δάφνη, όπου έμενε μετά την αξιοποίηση με αντιπαροχή ενός οικοπέδου, το οποίο τού είχε αποδώσει δύο μαιζονέτες και  μία κάποια οικονομική ανεξαρτησία.
Το γραφείο του όπου καθίσαμε ήταν μοντέρνο και ψιλοακριβό από ότι κατάλαβα, αλλά αυτό που μου έκανε εντύπωση ήταν η εικοσιεπτάρα οθόνη-κομπιούτερ με το σήμα της apple στο πίσω μέρος.
State of the art και τεχνολογία αιχμής, ήταν ένα εργαλείο που μου άρεσε από τότε που το είχα δει σε ένα κατάστημα της apple στο Μπάρι και είχα σκοπό κάποτε να το αποκτήσω.
Παρ' ολ' αυτά δεν έδειξα το ενδιαφέρον μου και περισσότερο ήθελα να μάθω τι κάνει ο παλιός και αγαπητός μου φίλος.
Έβαλε ποτά και καθίσαμε να συζητήσουμε.
Όπως αποδείχθηκε ασχολιόταν ενεργά με κάποιες ΜΚΟ που προωθούσαν τον πολυπολιτισμό και συγκεκριμένα την ισλαμική κουλτούρα.
Μίλαγε για το Ισλάμ και την εξάπλωσή του και πως ήταν μία κοσμοθεωρία που μπορούσε να μας ανοίξει τα μάτια και να προοδεύσουμε.
Είχα αρχίσει να νιώθω ενοχλημένος, αλλά τον άφησα να συνεχίσει το λογίδριό του, καθώς προχώρησα προς το γραφείο του και έδειξα να περιεργάζομαι το κομπιούτερ του.
Ήξερα ποια θα ήταν η αντίδρασή του και αυτό ήλπιζα.
Δεν έπεσα έξω. Ενώ πριν μιλούσε μηχανικά σαν κασσετόφωνο, το πρόσωπό του φωτίστηκε και μου είπε μέ ένα χαμόγελο υπερηφάνειας, που άγγιζε την αλαζονεία  "Σου αρέσει;"
"Quad-core i7 processor, AMD Radeon HD graphics processor, 27ρα οθόνη, OS X mountain lion λειτουργικό"
"Ναί," απάντησα, "φοβερό μηχάνημα, αλλά ρε, παιδί μου αυτο το ΟS X, δεν μου άρεσε."
Με κοίταξε σαν χαμένος.  "Τι εννοείς;" μου είπε.
"Έχω το ίδιο." απάντησα.
"Και;"
"Δεν μπορούσα να το καταλάβω και το έδωσα να τo απεγκαταστήσουν και να μου εγκαταστήσουν windows 98."
Με κοίταξε σαν χαμένος. Ανοιγόκλεισε το στόμα του μία-δύο φορές και στο τέλος ψιθύρισε ξέπνοα: "Έκανες ΤΙ;"
"Έβαλα windows 98 για Mac"
"ΙΕΡΟΣΥΛΙΑ" είπε αγανακτισμένος.
"Είναι μεγαλύτερη ιεροσυλία ένας απόγονος του ελληνορθόδοξου πολιτισμού να ασπάζεται το Ισλάμ." του απάντησα "αλλά το ίδιο ηλίθιο..."