Τρίτη 9 Απριλίου 2013

Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΧΡΥΣΑΥΓΙΤΗΣ 3



                                                                                          Κεφάλαιο 3


 Ο Τεό Παγκά  γονάτισε κάτω από ένα ξεθωριασμένο σύμβολο του πράσινου δύοντος ηλίου και προσευχήθηκε προς τον θεό ΠΑΣΟΚ:
«Μαζί τα φάγαμε, και εσύ που μας διόρισες και εμείς που σε ψηφίσαμε.»
Η προσευχή ήταν πανάρχαια και στην σημερινή γλώσσα της γραμματείας δεν έβγαζε νόημα, αλλά ήταν η παράδοση και από τα βασικά δόγματα των ΠΑΣΟΚ ιστών, οι οποίοι ήταν στη πλειοψηφία τους «αστέοι».
Κατόπιν, ο Τεό πήρε το φραγγέλιο που είχε κρεμασμένο δίπλα στον βωμό κάτω από το σύμβολο και άρχισε να αυτομαστιγώνεται, επαναλαμβάνοντας την ιερή φράση « Λεφτά υπάρχουν».
Αυτή η τελετουργία χρησίμευε στην κάθαρση από το άγος της αποστασίας, όταν, σύμφωνα με την ιερά παράδοση, οι πιστοί του τελευταίου Παπαντρέ τον είχαν εγκαταλείψει, όταν ανέβηκε στο ιερό βουνό Γιούρογκρουπ, για να φέρει τους ιερούς νόμους του Μνημονίου.
Όταν ο Παπαντρέ γύρισε με τους ιερούς νόμους, οι άνθρωποι πήραν τους νόμους, αλλά εγκατέλειψαν τον άγιο Παπαντρέ και προσκύνησαν τον δαίμονα Ε’μπενίζελ.
Ο άγιος, απογοητευμένος, αυτοεξορίστηκε στις ερημιές του Χάρβαρντ, ενός απαίσιου τόπου στα δυτικά.
Ο Τεό ολοκλήρωσε την βραδινή τελετουργία κάθαρσης και ήταν έτοιμος να κοιμηθεί όταν χτύπησε η πόρτα.
Ήταν ο Άρχοντας Κομισάριος Ιεροεξεταστής.
Ο Τεό δεν ξαφνιάστηκε. Περίμενε την επίσκεψη του Ιεροεξεταστή. Φοβόταν όμως τις αποφάσεις που αυτός είχε προφανώς πάρει και τα συμπεράσματα στα οποία  ίσως είχε καταλήξει.
Ο Ιεροεξεταστής φαινόταν ήρεμος.
Έκλεισε την πόρτα πίσω του και κοίταξε γύρω.
«Είμαστε μόνοι…»
Ήταν διαπίστωση, όχι ερώτηση.
«Οι πελάτες έφυγαν άρχοντά μου…» είπε ο Τεό.
«Νομίζω ότι είχα πει να μην φύγει κανείς…» είπε ο Κομισάριος.
«Τέλος πάντων, κάτω από τις περιστάσεις, ίσως είναι καλύτερα έτσι.» κατέληξε.
Ο Τεό ξεφύσησε ανακουφισμένος.
«Τώρα καλέ φορολογούμενε, πες μου για τον ΞΕΝΟ.» είπε ο άρχοντας Κομισάριος αφήνοντας άναυδο τον φτωχό ταβερνιάρη.
«Πως…»
«Νομίζεις ότι βρέθηκα τυχαία εδώ, στα σύνορα της Γραμματείας;»
«Δεν νομίζω τίποτα άρχοντά μου.»
«Και πολύ καλά κάνεις, κοίτα την δουλειά σου και θα ζήσεις πολλά φορολογικά έτη ακόμα.
Τώρα πες μου για αυτόν που άφησε το δέμα.»
«Ήταν λεπτός, μέτριου αναστήματος, μελαχρινός, με μουστάκι και μία ουλή στο σαγόνι.»
Είπε με μία ανάσα ο Τεό.
«Πότε;» ρώτησε μονολεκτικά ο Τατσό.
«Πάνε τρείς εργάσιμες.»
«Πόσο;»
«Έμεινε δύο…»
«Που;»
«Δυτικά.»
«Πως;»
«Με τα πόδια…»
«Τώρα, θα σου πω ορισμένα πράγματα  και πρόσεξε τις απαντήσεις σου γιατί έχουν μεγάλη σημασία.» είπε ο Ιεροεξεταστής. «Πρώτον: ήρθε από δυτικά και έφυγε δυτικά. Σωστά;»
«Ναι, δίκαιε…» απάντησε εμβρόντητος ο Τεό.
«Δεύτερον: πριν την άφιξη του και μετά την αναχώρησή του, ακούστηκε ένα μουγκρητό στα δυτικά;»
«Ναι…» ψέλλισε ο Τεό.
«Τρίτο: φορούσε δερμάτινα γυαλιστερά με μπότες, γάντια και γυαλιά;»
Ο Τεό ένευσε καταφατικά καθώς είχε μείνει άφωνος από την έκπληξη.
«Μόνο πεζός δεν είναι, το κάθαρμα.» σκέφτηκε ο κομισάριος.
«Καθόλου παράξενο που δεν μπορώ να τον προφτάσω.»

Ο Κομισάριος βγήκε από το άθλιο οίκημα και κοίταξε γύρω. Το σεμήτι βγήκε από τις σκιές και τον πλησίασε.
« Έλεος, πρόεδρε.» χαιρέτησε.
« Πήγαινε να φέρεις τα άλογα.» είπε αυτός «φεύγουμε.»
«Τι έγινε;» ρώτησε το ανθρωπάριο.
«Ήταν εδώ. Θα τον πιάσουμε, που θα πάει.» απάντησε ο Ιεροεξεταστής.
«Μας κοροϊδεύει πολύ καιρό. Αλλά τώρα ξέρω, ο άθλιος, χρησιμοποιεί τεχνολογία.»
Ένας υπόκωφος θόρυβος ακούστηκε από την πλευρά του σεμήτι και μια δυσωδία απλώθηκε στην ατμόσφαιρα, στο άκουσμα της πιο μαύρης από τις σκοτεινές τέχνες.
«Εεεε, κοίτα, πρόεδρε, εγώ πρέπει να πάω σπίτι έχω μια επείγουσα δουλειά…» είπε τρέμοντας το σεμήτι.
«Φοβάσαι;» είπε ο κομισάριος. «Δεν σε αδικώ. Κανείς δεν ξέρει απόλυτα τις δυνάμεις αυτής της τέχνης. Αλλά μα τον άγιο Τσιπραλέξ, το καλό θα νικήσει τις σκοτεινές δυνάμεις.»
«Εντάξει, μέχρι να γίνει αυτό εγώ μπορώ να πάρω μία αδειούλα;»
«Πήγαινε να φέρεις τα άλογα και γρήγορα…»

Τα σημάδια στο έδαφος ήταν καλυμμένα, αλλά το έμπειρο μάτι του Ιεροεξεταστή τα ξεχώρισε.
«Σιδερένιο υποζύγιο.» μούγκρισε. «Δεν κουράζεται και τρέχει πολύ γρήγορα. Κάθαρμα, ποιος είσαι; Θα σε πιάσω και θα σε παλουκώσω αφού τα ξεράσεις όλα.»
«Είναι δυνατόν να είναι χρυσαυγίτης, κύριε πρόεδρε;» είπε το σεμήτι.
«Δεν ξέρω… Οι χρυσαυγίτες έχουν  εξαλειφτεί χιλιετηρίδες τώρα. Δεν μπορώ να ξέρω…»
«Το ίδιο λέγαν και για τους ροκάδες, αλλά ο σύντροφος Στρατηγούλης ανακάλυψε ένα ολόκληρο χωριό.»
«Δεν είναι το ίδιο. Η τεχνολογία χρειάζεται μεγάλους ναούς. Χρειάζεται υλικά. Δεν είναι μερικοί τρελοί με μουσικά όργανα.» είπε και έφτυσε. Η μουσική ήταν μία ακόμη αμαρτία. Όχι βέβαια κάθε μουσική, μόνο αυτή που δεν εγκρίναν οι ΚουΚούδες, το ιερατείο.
«Πήγε ανατολικά. Όταν έφθασε εδώ, έκρυψε το υποζύγιό του και το ξαναπήρε φεύγοντας.
Έκανε ένα κύκλο και κατευθύνθηκε ανατολικά… Τι είναι εκεί;»
«Τίποτα, κύριε πρόεδρε, μόνο οι ερημιές της Άττικα και το μεγάλο φαράγγι. Οι απαγορευμένες περιοχές. Τίποτα δεν ζει εκεί. Όποιος πάει ή έλθει από εκεί παλουκώνεται.»
«Το ξέρω… Άρα… γιατί πάει προς τα εκεί;»
«Αφού είναι παράνομος , πρόεδρε. Δεν τον ενδιαφέρουν οι απαγορεύσεις.»
«Ή… έχουμε επαναπαυθεί στην παντοδυναμία της Γραμματείας. Ίσως κάτι γίνεται εκεί.
Αλλά χρειαζόμαστε ειδική άδεια για να πάμε εκεί. Πρέπει να γυρίσουμε στην πρωτεύουσα.»
Η πρωτεύουσα της Γραμματείας, η Κουμουνδούρα, όφειλε το όνομά της στην μυθική τοποθεσία που είχε το κατάλυμά του ο πρώτος Λαός, ο άγιος Τσιπραλέξ.
Το σεμήτι ξεφύσησε ανακουφισμένο. Το τελευταίο πράγμα που ήθελε ήταν μια εκστρατεία σε ένα καταραμένο μέρος για να αντιμετωπίσουν αιρετικούς που χρησιμοποιούσαν τεχνολογία.
«Πρέπει όμως να πείσουμε τον Έξαρχο.» είπε παρ’ όλα αυτά.
«Αυτό δεν με ανησυχεί καθόλου είπε ο Κομισάριος. Μόλις δουν τα στοιχεία που έχω θα βαρέσει συναγερμός.»
Έστρεψαν τα άλογά τους και κατευθύνθηκαν δυτικά….

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου