Τρίτη 7 Μαΐου 2013

Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΧΡΥΣΑΥΓΙΤΗΣ 5


Κεφάλαιο 5

Μεγαρόπολις, τελευταίο σύνορο της Γραμματείας πρίν τις ερημιές της Αττικα.
Ο Μέγας Άρχοντας Κομισάριος Ιεροεξεταστής Τατσό Συρίζ με την συνοδεία του από είκοσι πάνοπλα «Πρεζόνια» και ένα απελπισμένο σεμήτι, μπήκε στην πόλη λίγο πρίν το σούρουπο και ζήτησε κατάλυμα.
Το τοπικό πανδοχείο είχε όνομα (πράγμα σπάνιο) «Η Χαρούμενη Μίζα».
«Μίζες» στην παράδοση των πασοκιστών ήταν καλότυχα πνεύματα που έφερναν καλοτυχία σε όσους κατοικούσαν. Όποιος καταλαμβανόταν από μία «Μίζα» ήταν πολύ τυχερός στις συναλλαγές του και οι άνθρωποι του χάριζαν πολλά λεφτά.
Το πρόβλημα ήταν εάν σε καταλάμβαναν πολλές «Μίζες» και ειδικά αν αυτό γινόταν αντιληπτό. Οι άνθρωποι αυτοί συνήθως ήταν καταδικασμένοι να κυνηγηθούν από τους συνανθρώπους τους μέχρι εξοντώσεως.
Ήταν χαρακτηριστικός ο μύθος του Τζο Χάτζο, που τον κατέλαβαν πάρα πολλές «Μίζες» και κατέληξε να εκτελεστεί για φοροδιαφυγή, την μεγαλύτερη βλασφημία στην Γραμματεία.

Ο Ιεροεξεταστής μπήκε στο πανδοχείο μαζί με όλη την συνοδεία του.
Ένας ηλικιωμένος άνθρωπος έτρεξε να τους υποδεχθεί.
«Στις διαταγές σας, άρχοντά μου.» είπε. «Είμαι ο Καρλ, ιδιοκτήτης, αλλά όλοι με φωνάζουν «Παπούλη». Πως μπορώ να σας εξυπηρετήσω;» συμπλήρωσε με εδαφιαία υπόκλιση.
«Καταλύματα για εμένα και τους άντρες μου και κάτι να φάμε.» είπε ο κομισάριος «και… θέλω να σου μιλήσω.» συμπλήρωσε.
Ο πανδοχέας έδωσε εντολές σε δύο υπηρέτες να ετοιμάσουν δωμάτια και φαγητό και κατόπιν γύρισε στον κομισάριο.
«Στις διαταγές σας άρχοντά μου…» είπε.
«Λοιπόν, από ποιόν μπορούμε να πάρουμε πληροφορίες για τις ερημιές στ ανατολικά;» ρώτησε αυτός, χωρίς  περιστροφές.
Ο πανδοχέας πάνιασε και ξεροκατάπιε μια – δυό φορές, πριν αποπειραθεί να απαντήσει.
«Κανένα, άρχοντά μου,» είπε «εμείς είμαστε φιλήσυχοι άνθρωποι» συνέχισε χωρίς να κοιτά κατά πρόσωπο τον Τατσό. «Δεν ασχολούμαστε με τις ερημιές…» συμπλήρωσε και έκανε το σχήμα του σφυροδρέπανου, τρέμοντας.
Ο Τατσό προσπάθησε να πάρει ένα φιλικό και καθησυχαστικό ύφος, αλλά το αποτέλεσμα ήταν να γίνει ακόμα πιο απειλητικός. Ο δύστυχος πανδοχέας παρέπαιε στα όρια μεταξύ πανικού και απόλυτης νευρικής κατάρρευσης.
«Ηρέμησε.» είπε και ο πανδοχέας μόνο που δεν ούρλιαξε από τρόμο. «Δεν θα πειράξουμε κανένα..» συμπλήρωσε και χαμογέλασε.
Ο Πανδοχέας λιποθύμησε…

Όσο οι δύο υπηρέτες περιποιούνταν τον πανδοχέα, το σεμήτι πλησίασε τον κομισάριο.
«Κύριε Πρόεδρε…» είπε.
«Τι θέλεις τώρα και συ;» είπε ρουθουνίζοντας ενοχλημένα ο Τατσό. «Δεν καταλαβαίνεις ότι πρέπει να έχουμε κάποιες πληροφορίες πρίν συνεχίσουμε;» συμπλήρωσε. «Δεν μπορούμε να πάμε στα τυφλά…»
«Λοιπόν, κύριε πρόεδρε,» συνέχισε απτόητο το σεμήτι «δεδομένης της αυστηρής απαγόρευσης, κανένας δεν θα έρθει οικειοθελώς να ομολογήσει ότι γνωρίζει τα κατατόπια στις ερημιές της Άττικα, ειδικά σε έναν Ιεροεξεταστή της Γραμματείας , όπως η αφεντιά σας.»
«Μου φαίνεται ότι αναγγέλλεις φορολογικές ελαφρύνσεις…» απάντησε κοροϊδευτικά ο Τατσό.( κοινώς: λες βλακείες) «Και εσύ τι λες να κάνουμε;»
Το σεμήτι δεν έδωσε σημασία στην ειρωνεία, μόνο χαμογέλασε.
«Πηγαίνετε να ξεκουραστείτε και αφήστε με να ερευνήσω. Το πρωί θα σας έχω τον οδηγό…» είπε.
Ο Τατσό το κοίταξε για λίγο και κούνησε το κεφάλι του. Το σεμήτι μπορεί να ήταν μπελάς, αλλά κανείς δεν ήταν καλύτερος ρουφιάνος από ένα σεμήτι.
«Να μην γυρίσεις χωρίς να έχεις καταφέρει κάτι, γιατί δεν σε βλέπω καλά.» είπε μόνο.
Το σεμήτι δεν έδωσε σημασία. Άνοιξε την πόρτα και χάθηκε στα σκοτάδια απέξω.

Το επόμενο πρωί ο Μέγας Κομισάριος έστειλε τα «πρεζόνια» του για πρωινή εκπαίδευση και κάθισε στην βεράντα πίνοντας ένα χαμομήλι και περιμένοντας το σεμήτι.
Αυτό δεν άργησε να φανεί χοροπηδώντας στα αδύνατα και σπυριάρικα πόδια του και σφυρίζοντας ένα παραδοσιακό τραγούδι της ράτσας του.
Τα σεμήτι, αντίθετα από τους ανθρώπους, ήταν ζωώδη και πολλαπλασιάζονταν με τελείως ζωώδη τρόπο. Όχι μόνο αυτό, αλλά δεν έχαναν την ευκαιρία να επιδοθούν σε αυτή την διαδικασία, λες και το διασκέδαζαν. Ο κομισάριος ένιωσε αναγούλα στην σκέψη του τι μπορεί να έκανε το πλάσμα την νύχτα, εκτός από το να ψάχνει για οδηγό.
Παρ’ ολ’  αυτά περίμενε με ανυπομονησία την αναφορά του.
«Καλημέρα, κύριε πρόεδρε,» χαιρέτησε αυθάδικα αυτό, καθώς πλησίασε. «Ελπίζω να είσαι έτοιμος. Βρήκα αυτό που χρειαζόμαστε.»
«Πως τα καταφέρνει το άθλιο υποκείμενο;» σκέφτηκε ο κομισάριος καθώς σηκωνόταν.
«Βλέπεις, οι άνθρωποι φοβούνται το παλούκωμα.» είπε το σεμήτι λες και διάβαζε τις σκέψεις του. « Αλλά αν ξέρεις που πρέπει να κρυφακούσεις και  ποιόν να ρωτήσεις, μαθαίνεις τα πάντα. Δεν υπάρχει πόλη της Γραμματείας χωρίς σεμήτι, κύριε πρόεδρε, και οι άνθρωποι δεν δίνουν και πολύ σημασία στα σεμήτι. Λένε πολλά μπροστά τους που δεν θα έπρεπε…»
«Δεν με ενδιαφέρουν οι βρωμερές συνήθειές σας,» είπε ερεθισμένος ο Τατσό «πάμε να δούμε τι ανακάλυψες.»
«Αυτό ακριβώς εννοούσα.» είπε παιχνιδιάρικα το σεμήτι και άρχισε να χοροπηδάει με τον κομισάριο να το ακολουθεί βρίζοντας…

Ο Άνωδις, ήταν «δεξιός», ένας από τους πιστούς του Καραμάν Αλή, άρχοντα των νεκρών, και, ως εκ τούτου, παρίας. Έβγαζε το ψωμί του πουλώντας χαϊμαλιά και φυλαχτά και λέγοντας ιστορίες για τους αρχαίους. Αλλά είχε ένα σκοτεινό μυστικό. Ταξίδευε στην απαγορευμένη ερημιά της Άττικα ψάχνοντας για τεχνουργήματα των αρχαίων.
Ο Άνωδις ήταν παράξενος από τότε που βγήκε από τις κυψέλες, αυτό που οι Κουκούδες ονόμαζαν «σκάρτο εμπόρευμα». Έτσι δεν ήταν παράξενο που παραδόθηκε στην Μεγαρόπολι, στα σύνορα, και σε έναν δεξιό με το όνομα Λιακό του οποίου την δουλειά και τα πιστεύω κληρονόμησε.
Ο Λιακό συνήθιζε και αυτός να πηγαίνει στην ερημιά και έλεγε πολύ πιο παράξενες ιστορίες. Στον μικρό Άνωδι έλεγε ότι η τεχνολογία ήταν πολύ κακιά αλλά όχι για τους λόγους που λέγαν οι Κουκούδες. Η τεχνολογία, έλεγε είχε έρθει από την κόλαση της δύσης.
Την είχε στείλει ο Μαύρος Άρχοντας Ο Μπάμιας, για να διαφθείρει τους ανθρώπους.
Οι άνθρωποι θα έπρεπε να έχουν πιστέψει και προσευχηθεί να τους σώσει ο θεϊκός Λευκός Άρχοντας Βλαδίμηρος που είχε καλή τεχνολογία που του είχαν δώσει οι Θεοί.
«Υπάρχει καλή τεχνολογία;» ρώταγε ο μικρός.
«Βεβαίως,» απαντούσε ο Λιακό «και να σηκώνεσαι από τον καναπέ όταν σου μιλάω.»
Αυτή ήταν μία συνήθεια του Λιακό. Συνέχεια έλεγε στους ανθρώπους να σηκωθούν. Ίσως γι αυτό μερικές φορές τον είχαν κάνει ασήκωτο από το ξύλο. Έμπαινε στην ταβέρνα ή σε άλλους τόπους συνάθροισης και φώναζε « Σηκωθείτε από καναπέδες, καρέκλες, κρεβάτια, τραπέζια.» Κατόπιν τους έλεγε ότι ήταν η τελευταία ευκαιρία να πάρουν το εμπόρευμά του γιατί ήταν η τελευταία φορά που πέρναγε από εκεί. Βέβαια την άλλη μέρα ήταν πάλι εκεί και έλεγε πάλι τα ίδια αλλά αυτό δεν φαινόταν να τον ενοχλεί καθόλου.
Τελικά μια φορά πήγε στις ερημιές τις Άττικα και δεν ξαναγύρισε.
Ο μικρός Άνωδις έπρεπε να τα βγάλει πέρα μόνος του. Έτσι ανέλαβε αυτός την δουλειά.
Πήγαινε στις συναθροίσεις και έλεγε πόσο σοφοί ήταν οι αρχαίοι που τους έδωσαν το μνημόνιο και  διάφορες ιστορίες από ηρωικές μάχες και  πολέμους. Δεν είχε την ευφράδεια του μέντορά του, αλλά είχε την ευφυΐα να μην επαναλαμβάνει τις εξωφρενικές ιστορίες του. Δεν ήθελε να τραβήξει την προσοχή της εξουσίας. Ο φόβος μιας καταδίκης για αίρεση δεν ήταν καθόλου αδικαιολόγητος. Αν σκεφτείς μάλιστα ότι ήταν καταγεγραμμένος «δεξιός» η θέση του ήταν τελείως επισφαλής.

Ο Άνωδις ρητόρευε σε ένα από τα ταβερνεία της πόλης.
«Ο Κολοκοτρώνης με τους τρακόσους «διαδηλωτές» του, σταμάτησε την επέλαση των βαρβάρων», έλεγε «Στην μάχη στον Αργοπόταμο, έριξε με τα χέρια του την γέφυρα, σκοτώνοντας πολλούς εχθρούς και σταμάτησε τους άθλιους φασίστες. Τότε κατέβηκε από τον ουρανό ο άγγελος Στάλιν και τον έχρησε. Όμως οι άθλιοι συκοφάντες δεν αναγνώρισαν το θαύμα και τον καταδίκασαν να πιεί το κώνειο. Έτσι χάθηκε αυτός ο μεγάλος πολεμιστής και προφήτης και δεν πρόλαβε να δει την έλευση του πρώτου Παπαντρέ.»
Εκείνη την στιγμή άνοιξε η πόρτα. Στο κατώφλι φάνηκε η μορφή ενός κομισάριου, συνοδευόμενου από ένα σεμήτι. Ήταν ο Τατσό Συρίζ.
Οι κουβέντες κόπηκαν μαχαίρι. Μόνο από την γαλαρία ακούστηκε ένας αναστεναγμός ανακούφισης και κάποιος ψιθύρισε κάτι σαν «επιτέλους να τον μαζέψουν, μας έπρηξε…»
Ο Τατσό δεν έδωσε σημασία. Προχώρησε προς τον Άνωδι που είχε μείνει εμβρόντητος και τον κοίταξε εξεταστικά. Κατόπιν απευθύνθηκε στο σεμήτι.
«Αυτός είναι;» ρώτησε.
«Ταιριάζει στην περιγραφή…» είπε το σεμήτι
Ο Άνωδις δεν τολμούσε να πει τίποτα. Ένοιωθε ήδη το παλούκι του ανασκολοπισμού να τον απειλεί.
«Είσαι ο Άνωδις;» ρώτησε ο κομισάριος.
«Έλεος Άρχοντά μου.» κλαψούρισε ο Άνωδις. «Εγώ είμαι τίμιος φορολογούμενος της Γραμματείας.»
«Καλά, καλά,» είπε ο Ιεροεξεταστής, κάνοντας τον άλλο να ιδρώσει μέχρι σημείου αφυδάτωσης «Έλα μαζί μου.» Κατόπιν προχώρησε προς την έξοδο με τον δυστυχή Άνωδι να τον ακολουθεί, ενώ οι υπόλοιποι θαμώνες κοίταζαν αλλού και μερικοί από αυτούς κάνανε καλού –κακού το σχήμα του σφυροδρέπανου λέγοντας και καμιά προσευχή.

Μόλις βγήκαν στον δρόμο, ο Άνωδις κατέρρευσε.  Άρχισε να παρακαλάει και να διαβεβαιώνει για την πίστη του στην Γραμματεία.
Ο κομισάριος του έκανε νόημα να σωπάσει.
«Έχω να σου κάνω μια μοναδική προσφορά.» του είπε και ο άλλος πίστεψε ότι θα του έλεγε να διαλέξει τρόπο εκτέλεσης. «Οδήγησέ μας στις ερημιές της Άττικα και θα έχεις ασυλία…»
Ο Άνωδις ένοιωσε να χάνει το φώς του. «Τώρα τι κάνουμε;» σκέφτηκε. Προφανώς ο κομισάριος ήξερε (ο Καραμάν Αλή οίδε πως) για τις περιπλανήσεις του στις ερημιές. Ήταν αυτή η πρωτοφανής προσφορά κόλπο για να ομολογήσει; Και από πότε ένας κομισάριος χρειαζόταν ομολογία από ένα χαρακτηρισμένο «δεξιό» προκειμένου να τον εκτελέσει; Και  τι δουλειά είχε ένας κομισάριος στις ερημιές της Άττικα;
Δεν είχε επιλογή.  Ένευσε καταφατικά.
«Δεν σε άκουσα!» γαύγισε ο Ιεροεξεταστής. « Η υπομονή μου είναι σχεδόν ανύπαρκτη, απέναντι σε άτομα της φάρας σου. Λέγε!»
«Ναι, ναι, ναι, άρχοντά μου.» είπε ο Άνωδις κάνοντας εδαφιαίες μετάνοιες.
«Ωραία!» αποφάνθηκε ο κομισάριος και χαμογέλασε. Αυτό τρομοκράτησε ακόμη περισσότερο τον δύστυχο Άνωδι που άρχισε να προσεύχεται στον ακόλουθο του Καραμάν Αλή,  Αντόν Σαμάρ, ψέλνοντας την αρχαία λέξη «ανάπτυξη».
Οι «δεξιοί» πίστευαν διαφορετικά πράγματα με τους «πασοκιστές». Για παράδειγμα δεν πίστευαν στην μετά θάνατο ζωή, αλλά σε μία επίγεια, που θα λάμβανε χώρα όταν θα ερχόταν η «ανάπτυξη». Σύμφωνα με την πίστη τους η «ανάπτυξη» ήταν η ημέρα της κρίσεως, όταν ο Καραμάν Αλή και οι Ακόλουθοί του θα έρχονταν πάλι να κυβερνήσουν τον κόσμο. Τότε θα ανέστηναν όλους τους νεκρούς και τους δίκαιους θα τους κάνανε «δημόσιους» δηλαδή μακάριους, ενώ τους άπιστους «ιδιωτικούς» δηλαδή υπηρέτες των μακαρίων. Βέβαια υπήρχε και το θέμα του «Παπαντρέ» όμως αντίθετα με τους πασοκιστές πίστευαν ότι η παρέμβασή του καθυστερούσε την άφιξη της  «ανάπτυξης». Άλλωστε πίστευαν πως το ανώτατο πνεύμα ΠΑ.ΣΟ.Κ. δεν ήταν ανώτατο και πως ήταν χρονικά περιορισμένο. Μόνο ο Μαρξ ήταν αιώνιος. Αυτό το τελευταίο ήταν που τους έκανε ανεκτούς στα πλαίσια της Γραμματείας. Τέλος οι θρύλοι ήθελαν τους «δεξιούς» να έχουν πολεμήσει την λατρεία του Μαρξ και αυτό ήταν που έκανε την θέση τους επισφαλή και αυτούς παρίες, παράλληλα με το ότι πίστευαν στην τελική επικράτηση του θεού των νεκρών.
 Ψέλνοντας, λοιπόν, χαμηλόφωνα «ανάπτυξη» ο Άνωδις ακολούθησε τον Άρχοντα κομισάριο στην «Χαρούμενη Μίζα».

Ο κομισάριος οδήγησε τον κατατρομοκρατημένο δεξιό σε μία από τις πλαϊνές αίθουσες του πανδοχείου. Δύο «πρεζόνια» στάθηκαν στην πόρτα.
«Λοιπόν, τι ξέρεις για τις ερημιές;» ρώτησε ο Ιεροεξεταστής. Το βλέμμα του έδειχνε ότι περίμενε απαντήσεις και ο Άνωδις ήταν αρκετά ευφυής για να μην αρχίσει τις υπεκφυγές.
Μάζεψε όσο θάρρος του είχε απομείνει και απάντησε.
«Φοβερός τόπος, άρχοντά μου, γεμάτος παγίδες και κινδύνους.»
«Γίνε πιο σαφής!» απαίτησε ο κομισάριος «Τι παγίδες και κινδύνους; Και πως μπορεί ένας σαν και σένα να αποφύγει ή και να αντιμετωπίσει τέτοιες καταστάσεις; Λοιπόν;»
«Άρχοντά μου,» ξεκίνησε ο Άνωδις «δεν πήγαινα πολύ μακριά, αλλά έχω δει πράγματα και ο ανάδοχός μου, ο Λιακό, μου είχε πει. Αυτός είχε πάει πιο μακριά. Τελικά αυτό ίσως στοίχισε την ζωή του…»
«Πες μας λοιπόν ότι ξέρεις, αλλά κατ αρχήν, υπάρχουν καθόλου κτήρια στις ερημιές; αρχαίοι ναοί;»
«Εγώ προσωπικά δεν έχω διαπιστώσει τίποτα τέτοιο, δίκαιε.» είπε ο Άνωδις «Υπάρχουν κάποια ερείπια, πολύ παλιά, αλλά τίποτα άλλο. Τουλάχιστον ως εκεί που έχω πάει.»
«Και οι Τουρκ; Υπάρχουν; Είναι πραγματικοί;»
«Ω, ναι! Είναι! Φρικτοί, απαίσιοι, τους έχω δει! Βγαίνουν την νύχτα και περιφέρονται. Ο Λιακό έλεγε ότι ζουν σε ένα υπόγειο δίκτυο από τούνελ που είχε σκάψει το αρχαίο σκουλήκι MΕTRO
«Έχουν τεχνολογία;»
Ο Άνωδις ταράχτηκε. «Τεχνολογία;» είπε φοβισμένα «Όχι, όχι αυτοί…» του ξέφυγε.
«Α-χα!» φώναξε θριαμβευτικά ο Τατσό «Τώρα φτάνουμε κάπου! Όχι αυτοί; Τότε ποιοι; Ποιοι κρύβονται στις ερημιές και χρησιμοποιούν τεχνολογία; Λέγε τι ξέρεις! Τώρα!»
Η φωνή του Άνωδι ίσα που ακούστηκε όταν απάντησε, κουρασμένα.
«Δεν ξέρω πολλά, σχεδόν τίποτε, απλώς μια φήμη που είχε πει κάποτε ο Λιακό, πάνε πολλά χρόνια.»
«Λοιπόν τι είπε;»
«Κάτι, ή κάποιους που είχε δει, ή νόμιζε ότι υπήρχαν. Κάτι περισσότερο θεωρία, παρά γεγονός. Ο Λιακό τους ονόμαζε… ΕΨΙΛΟΝ.» 

Παρασκευή 3 Μαΐου 2013

Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΧΡΥΣΑΥΓΙΤΗΣ 4


Κεφάλαιο 4

ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΑ !
Κέντρο της αγιοτάτης Γραμματείας και βάση του συστήματος εξουσίας.
Η πόλη αποτελείτο από το κέντρο και τα προάστια.
Στο κέντρο ήταν οι ναοί και τα κτήρια της διακυβέρνησης και ήταν περιστοιχισμένο με ψηλό τείχος φρουρούμενο από ομάδες «Διαδηλωτών».
«Διαδηλωτές» ήταν οι οπλίτες του στρατού της Γραμματείας.
Οι βαθμοί περιλάμβαναν τους: «Αναρχικούς»(λοχίες), «Αντιέξους» (επιλοχίες), «Κουκουλοφόρους» (ανθυπασπιστές).΄
Αυτοί ήταν οι υπαξιωματικοί.
Οι αξιωματικοί είχαν βαθμούς όπως: «Μολοτοφόρος» (ανθυπολοχαγός), «Γνωστάγνωστος» (υπολοχαγός), «Μπαχαλάκιας» (λοχαγός). Μεσαίας κλίμακας αξιωματικοί  περιλάμβαναν τους: «Αντιρατσιστής» (ταγματάρχης), «Αντιφασίστας» (αντισυνταγματάρχης) και «Καθοδηγητής» (συνταγματάρχης). Ανώτεροι αξιωματικοί ήταν: «Συνιστάρχης»   (ταξίαρχος), «Κομματάρχης»  (αντιστράτηγος), «Συριζαίος» (υποστράτηγος) και «Έξαρχος» (στρατηγός).
Ο Έξαρχος της Κουμουνδούρας ήταν ο ανώτατος αρχηγός του τακτικού στρατού της Γραμματείας και όλων των Εξαρχείων (τμήματα στρατού). Αυτόν έπρεπε να συναντήσει ο Κομισάριος Τατσό, γιατί στην ευθύνη του υπάγονταν τα σύνορα της Γραμματείας, που ήταν και τα σύνορα του πολιτισμένου και κατοικημένου κόσμου.
Η Κουμουνδούρα ήταν το κέντρο του πολιτισμού. Τα προάστιά της αποτελούσαν καλοχτισμένες καλύβες από ποιοτική πλίθρα και υπέροχες παράγκες από ακατέργαστη πέτρα. Οι δρόμοι ήταν από καλοπατημένο χώμα και είχε πλατείες όπου μπορούσες να αφοδεύσεις άνετα σε μεγάλους λάκκους. Είχε επίσης ένα άρτιο σύστημα από αυλάκια για ούρηση. Στις άκριες των δρόμων υπήρχαν μόνιμα παλούκια και σχεδόν ποτέ δεν ήταν άδεια. Υπήρχαν και τα υπαίθρια «Σωφρονιστήρια» με διάφορες υποδομές όπως ικριώματα, λαιμητόμους, στραγγάλες, στύλους για πυρές, και άλλα.
Ο Κομισάριος έφθασε στην πύλη του κέντρου και παρουσίασε τα διαπιστευτήριά του.
Μέσα από το τείχος οι δρόμοι ήταν λιθόστρωτοι και τα κτήρια διακοσμημένα με ανάγλυφα και σύμβολα. Ο μεγαλύτερος ναός, ο καθεδρικός του αγίου Μαρξ βρισκόταν στο κέντρο και δέσποζε με τον όγκο του. Ομάδες από Κουκούδες με τους γνωστούς άλικους χιτώνες, περιφέρονταν γύρω από τον ναό ψάλλοντας ύμνους σε μια ξεχασμένη πιά γλώσσα.
Ο ναός ήταν διακοσμημένος με ανάγλυφα που περιγράφαν την ζωή του προφήτη Τσιπραλέξ.
Σύμφωνα με τον θρύλο, ο προφήτης ήταν γιός της ιέρειας Ηλάνας, που τον φυγάδεψε ο άγιος Αλλά Βαν, όταν το τέρας Παπαντοπούλ κατέστρεψε τον Ναό των Πολλών Τεχνών.
Ο άγιος προστάτεψε το μωρό της ιέρειας μέχρι να μεγαλώσει και να μπορέσει να αποκαταστήσει την αγνή λατρεία του Μαρξ.
Τα ανάγλυφα ιστορούσαν όλη την πορεία του προφήτη, από την συνάντησή του με το πονηρό πνεύμα Σόϊμπλε και μετά την δοκιμασία και τους πειρασμούς στην έρημο της Ουάσιγκτον. Κατόπιν τον φωτισμό του στις μακρινές χώρες της Λαταμέρκης και την επιστροφή του όπου ο κόσμος τον υποδέχθηκε σαν σωτήρα.
Ο προφήτης μίλησε πολλές φορές κι δίδαξε στον ναό «Βουλή» όπου οι Ιερείς «Βουλευτές» τον χλεύαζαν και τον λοιδορούσαν. Ο προφήτης στην μακροθυμία του δεν τους πείραξε, μόνο όταν ήλθε στην  εξουσία τους ανασκολόπισε με όλες τις τιμές που τους άρμοζαν.

Ο Άρχοντας Ιεροεξεταστής διέσχισε το κέντρο και κατευθύνθηκε προς το Παλάτι «Σπίτι του Λαού» ή «Περισσό Πάλας». Το νόημα της δεύτερης ονομασίας χανόταν στα βάθη των αιώνων.  Ήταν η κατοικία του άρχοντα Κυρίαρχου της Γραμματείας «Λαού», ανώτατου εκπροσώπου του Μαρξ επί της Γης.
Το Παλάτι ήταν και αυτό περιτειχισμένο και φρουρείτο από ομάδες βετεράνων και της φρουράς του Λαού τους ονομαζόμενους «αναρχοαυτόνομους».
Μέσα από τα τείχη υπήρχε το μέγαρο του Λαού και διάφορα άλλα κτήρια που στέγαζαν αρχές και υπηρεσίες. Ο Κομισάριος, αφού πέρασε τον τυπικό έλεγχο, κατευθύνθηκε προς την έδρα του στρατιωτικού άρχοντα της Γραμματείας, του Έξαρχου της Κουμουνδούρας ή, όπως λεγόταν μερικές φορές, «Έξαρχου των Εξαρχείων».
Ο Έξαρχος ήταν ένας ψηλός άνδρας που αρέσκονταν να φοράει κάτι σιδερένια δαχτυλίδια μπροστά στα μάτια του, που στηρίζονταν στην μύτη και, με δύο μικρούς βραχίονες, στα αυτιά του. Είχε διακριθεί στον πόλεμο κατά των «αγανακτισμένων», μία άλλη μεγάλη σύρραξη που είχε ταλανίσει την Γραμματεία.
Ο ίδιος είχε δώσει τέλος στον πόλεμο καίγοντας τους αρχηγούς του εχθρού, κάποιους  απαίσιους αργυραμοιβούς, μέσα στο ίδιο τους το άντρο. Μετά από αυτό η κάστα των αργυραμοιβών είχε τεθεί εκτός νόμου και όσοι ασχολούντο με αυτή την δραστηριότητα είχαν εκτελεστεί ή σταλεί στα ορυχεία.

Ο Κομισάριος μπήκε στο κελί του Έξαρχου και χαιρέτισε, σηκώνοντας την αριστερή γροθιά. Μετά τα τυπικά, έδωσε την αναφορά του, αν και ο Έξαρχος δεν ήταν τυπικά ανώτερος από έναν κομισάριο. Οι κομισάριοι δεν ανήκαν στον στρατό, όπως άλλωστε δήλωνε ο τίτλος τους, αλλά ήταν πολιτικοθρησκευτικοί αξιωματικοί. Είχαν όμως στρατιωτικούς βαθμούς ανάλογα με την αρχαιότητα και την δράση τους.
Όταν ανέφερε (με χαμηλό τόνο) την ύπαρξη του βιβλίου και τις υποψίες του, ο Έξαρχος ταράχτηκε.
«Πάμε σε ασφαλή χώρο…» είπε, «Θέλω να δω με τα μάτια μου.» συμπλήρωσε.

Αργότερα, στον ασφαλή χώρο, ο Έξαρχος κοίταζε απορώντας  το βιβλίο που είχε φέρει ο κομισάριος.
«Απίστευτο.» είπε στο τέλος. «Είναι καινούργιο…»
«Είχα ακούσει για έναν ξένο που κυκλοφορούσε στα σύνορα και βρισκόταν από το ένα χωριό στο άλλο σε χρόνο που δεν δικαιολογείτο.» εξήγησε ο Τατσό. «Αυτό με έβαλε σε υποψίες καθώς και ο τρόπος ένδυσής του. Ακολουθούσα την πορεία του από χωριό σε χωριό και πάντα ήταν άφαντος, μέχρι που στο τελευταίο ανακάλυψα ότι είχε αφήσει αυτό…  Φαίνεται σαν να ήθελε να το βρω… Είναι ανεξήγητο. Κανονικά θα έπρεπε να είναι πάρα πολύ προσεκτικός.»
«Μάλιστα… αλλά το συμπέρασμα ότι χρησιμοποιεί τεχνολογία;»
«Εκτός από την ταχύτητα με την οποία μετακινείτο, όπως είπες το αντικείμενο είναι καινούργιο…»
«Ναι έχεις δίκιο, αλλά φαντάζει απίστευτο. Ένας ναός της τεχνολογίας… Τερατώδες… Πως μπορεί κάτι τέτοιο να παραμείνει απαρατήρητο.»
«Πιστεύω ότι είναι ανατολικά έξω από τα σύνορα.»
«Αδύνατον… Τίποτα δεν ζει εκεί. Είναι γεμάτο άγριους Τουρκ, κανίβαλους που τρώνε ο ένας τον άλλο.»
Ο Έξαρχος αναφερόταν στους Τουρκ, νεκροζώντανα ζόμπι που σύμφωνα με τα αρχεία της Γραμματείας, λυμαίνονταν τις περιοχές ανατολικά των συνόρων. Επειδή όποιος πήγαινε εκεί υπήρχε περίπτωση να μολυνθεί, όποιος πήγαινε, είτε δεν γύριζε ποτέ, είτε, εάν γύριζε, παλουκωνόταν και το πτώμα του καιγόταν για προληπτικούς λόγους.
«Ο μόνος τρόπος να το μάθουμε είναι μία έρευνα…» είπε διστακτικά ο κομισάριος.
Ο Έξαρχος τον κοίταξε λες και του είπε ότι η Γή ήταν σφαιρική και γύριζε γύρω από τον Ήλιο.
«Ο Μαρξ να φιλάει…» είπε και έκανε το σχήμα του σφυροδρέπανου.
«Θα βρεις φρικτό τέλος και η ψυχή σου θα πάει στο Γκούλαγκ. Ποιος θα σε ακολουθήσει στην  κόλαση της Άττικα;» συμπλήρωσε.
«Πρέπει να πάρω άδεια και όσο για ομάδα, θα βρω. Εσείς συμφωνείτε να μου δώσετε άδεια;»
«Από εμένα την έχεις, όσο τρελό και αν είναι αυτό που προτείνεις. Πρέπει όμως να ειδοποιηθούν και τα ανώτερα κλιμάκια της γραμματείας, ίσως και ο Λαός ο ίδιος…»

Την επομένη ο Κομισάριος έλαβε την άδεια συγκροτήσεως ομάδας εκστρατείας από δύο «Διαμαρτυρίες» ( είκοσι άτομα) και επιχείρησης εν λευκώ ανατολικά από τα σύνορα.
Ο στρατός της Γραμματείας αποτελείτο από τμήματα πέντε ανδρών, ονομαζόμενα «Απεργίες πείνας» ή απλώς «Πείνες». Οι οπλίτες που τις αποτελούσαν ονομάζονταν και «Πειναλέοι». Δύο «Πείνες» αποτελούσαν μία «Διαμαρτυρία», πέντε «Διαμαρτυρίες» μία «Κατάληψη», δύο «Καταλήψεις» (εκατό άνδρες) μία «Απεργία», πέντε «Απεργίες» (πεντακόσιοι άνδρες) μία «Διαδήλωση», δύο «Διαδηλώσεις» (χίλιοι άνδρες) μία «Εξέγερση» και τέλος πέντε «Εξεγέρσεις» ένα «Εξάρχειο».  
  Ο Κομισάριος δεν ήταν ανόητος. Διάλεξε τους άνδρες του από τους πιο σκληροτράχηλους βετεράνους των ειδικών δυνάμεων.
Οι ειδικές δυνάμεις της γραμματείας ονομάζονταν «Πρέζες» εξ ου και οι «διαδηλωτές» των ειδικών δυνάμεων ονομάζονταν «Πρεζόνια».
Ήταν ειδικοί σε μάχη σώμα με σώμα, στην χρήση διαφόρων όπλων, από βαριοπούλες έως μολότοφ και ήταν απόλυτα αφοσιωμένοι στην λατρεία του Μαρξ.
Η ομάδα που θα ακολουθούσε τον κομισάριο αποτελείτο αποκλειστικά από εθελοντές.
Ο κομισάριος ήταν πολύ ευχαριστημένος.
Τα εφόδια τα ανέλαβε αυτός μαζί με το σεμήτι.

Τρείς ημέρες μετά την άφιξη του στην Κουμουνδούρα, ο Άρχοντας Κομισάριος Ιεροεξεταστής Τατσό Συρίζ ήταν πανέτοιμος.
Η εκστρατεία στις ερημιές της Άττικα, ήταν έτοιμη να ξεκινήσει.
Ο Τατσό έκανε ευλαβικά το σχήμα του σφυροδρέπανου και ξεκίνησε.

Τρίτη 9 Απριλίου 2013

Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΧΡΥΣΑΥΓΙΤΗΣ 3



                                                                                          Κεφάλαιο 3


 Ο Τεό Παγκά  γονάτισε κάτω από ένα ξεθωριασμένο σύμβολο του πράσινου δύοντος ηλίου και προσευχήθηκε προς τον θεό ΠΑΣΟΚ:
«Μαζί τα φάγαμε, και εσύ που μας διόρισες και εμείς που σε ψηφίσαμε.»
Η προσευχή ήταν πανάρχαια και στην σημερινή γλώσσα της γραμματείας δεν έβγαζε νόημα, αλλά ήταν η παράδοση και από τα βασικά δόγματα των ΠΑΣΟΚ ιστών, οι οποίοι ήταν στη πλειοψηφία τους «αστέοι».
Κατόπιν, ο Τεό πήρε το φραγγέλιο που είχε κρεμασμένο δίπλα στον βωμό κάτω από το σύμβολο και άρχισε να αυτομαστιγώνεται, επαναλαμβάνοντας την ιερή φράση « Λεφτά υπάρχουν».
Αυτή η τελετουργία χρησίμευε στην κάθαρση από το άγος της αποστασίας, όταν, σύμφωνα με την ιερά παράδοση, οι πιστοί του τελευταίου Παπαντρέ τον είχαν εγκαταλείψει, όταν ανέβηκε στο ιερό βουνό Γιούρογκρουπ, για να φέρει τους ιερούς νόμους του Μνημονίου.
Όταν ο Παπαντρέ γύρισε με τους ιερούς νόμους, οι άνθρωποι πήραν τους νόμους, αλλά εγκατέλειψαν τον άγιο Παπαντρέ και προσκύνησαν τον δαίμονα Ε’μπενίζελ.
Ο άγιος, απογοητευμένος, αυτοεξορίστηκε στις ερημιές του Χάρβαρντ, ενός απαίσιου τόπου στα δυτικά.
Ο Τεό ολοκλήρωσε την βραδινή τελετουργία κάθαρσης και ήταν έτοιμος να κοιμηθεί όταν χτύπησε η πόρτα.
Ήταν ο Άρχοντας Κομισάριος Ιεροεξεταστής.
Ο Τεό δεν ξαφνιάστηκε. Περίμενε την επίσκεψη του Ιεροεξεταστή. Φοβόταν όμως τις αποφάσεις που αυτός είχε προφανώς πάρει και τα συμπεράσματα στα οποία  ίσως είχε καταλήξει.
Ο Ιεροεξεταστής φαινόταν ήρεμος.
Έκλεισε την πόρτα πίσω του και κοίταξε γύρω.
«Είμαστε μόνοι…»
Ήταν διαπίστωση, όχι ερώτηση.
«Οι πελάτες έφυγαν άρχοντά μου…» είπε ο Τεό.
«Νομίζω ότι είχα πει να μην φύγει κανείς…» είπε ο Κομισάριος.
«Τέλος πάντων, κάτω από τις περιστάσεις, ίσως είναι καλύτερα έτσι.» κατέληξε.
Ο Τεό ξεφύσησε ανακουφισμένος.
«Τώρα καλέ φορολογούμενε, πες μου για τον ΞΕΝΟ.» είπε ο άρχοντας Κομισάριος αφήνοντας άναυδο τον φτωχό ταβερνιάρη.
«Πως…»
«Νομίζεις ότι βρέθηκα τυχαία εδώ, στα σύνορα της Γραμματείας;»
«Δεν νομίζω τίποτα άρχοντά μου.»
«Και πολύ καλά κάνεις, κοίτα την δουλειά σου και θα ζήσεις πολλά φορολογικά έτη ακόμα.
Τώρα πες μου για αυτόν που άφησε το δέμα.»
«Ήταν λεπτός, μέτριου αναστήματος, μελαχρινός, με μουστάκι και μία ουλή στο σαγόνι.»
Είπε με μία ανάσα ο Τεό.
«Πότε;» ρώτησε μονολεκτικά ο Τατσό.
«Πάνε τρείς εργάσιμες.»
«Πόσο;»
«Έμεινε δύο…»
«Που;»
«Δυτικά.»
«Πως;»
«Με τα πόδια…»
«Τώρα, θα σου πω ορισμένα πράγματα  και πρόσεξε τις απαντήσεις σου γιατί έχουν μεγάλη σημασία.» είπε ο Ιεροεξεταστής. «Πρώτον: ήρθε από δυτικά και έφυγε δυτικά. Σωστά;»
«Ναι, δίκαιε…» απάντησε εμβρόντητος ο Τεό.
«Δεύτερον: πριν την άφιξη του και μετά την αναχώρησή του, ακούστηκε ένα μουγκρητό στα δυτικά;»
«Ναι…» ψέλλισε ο Τεό.
«Τρίτο: φορούσε δερμάτινα γυαλιστερά με μπότες, γάντια και γυαλιά;»
Ο Τεό ένευσε καταφατικά καθώς είχε μείνει άφωνος από την έκπληξη.
«Μόνο πεζός δεν είναι, το κάθαρμα.» σκέφτηκε ο κομισάριος.
«Καθόλου παράξενο που δεν μπορώ να τον προφτάσω.»

Ο Κομισάριος βγήκε από το άθλιο οίκημα και κοίταξε γύρω. Το σεμήτι βγήκε από τις σκιές και τον πλησίασε.
« Έλεος, πρόεδρε.» χαιρέτησε.
« Πήγαινε να φέρεις τα άλογα.» είπε αυτός «φεύγουμε.»
«Τι έγινε;» ρώτησε το ανθρωπάριο.
«Ήταν εδώ. Θα τον πιάσουμε, που θα πάει.» απάντησε ο Ιεροεξεταστής.
«Μας κοροϊδεύει πολύ καιρό. Αλλά τώρα ξέρω, ο άθλιος, χρησιμοποιεί τεχνολογία.»
Ένας υπόκωφος θόρυβος ακούστηκε από την πλευρά του σεμήτι και μια δυσωδία απλώθηκε στην ατμόσφαιρα, στο άκουσμα της πιο μαύρης από τις σκοτεινές τέχνες.
«Εεεε, κοίτα, πρόεδρε, εγώ πρέπει να πάω σπίτι έχω μια επείγουσα δουλειά…» είπε τρέμοντας το σεμήτι.
«Φοβάσαι;» είπε ο κομισάριος. «Δεν σε αδικώ. Κανείς δεν ξέρει απόλυτα τις δυνάμεις αυτής της τέχνης. Αλλά μα τον άγιο Τσιπραλέξ, το καλό θα νικήσει τις σκοτεινές δυνάμεις.»
«Εντάξει, μέχρι να γίνει αυτό εγώ μπορώ να πάρω μία αδειούλα;»
«Πήγαινε να φέρεις τα άλογα και γρήγορα…»

Τα σημάδια στο έδαφος ήταν καλυμμένα, αλλά το έμπειρο μάτι του Ιεροεξεταστή τα ξεχώρισε.
«Σιδερένιο υποζύγιο.» μούγκρισε. «Δεν κουράζεται και τρέχει πολύ γρήγορα. Κάθαρμα, ποιος είσαι; Θα σε πιάσω και θα σε παλουκώσω αφού τα ξεράσεις όλα.»
«Είναι δυνατόν να είναι χρυσαυγίτης, κύριε πρόεδρε;» είπε το σεμήτι.
«Δεν ξέρω… Οι χρυσαυγίτες έχουν  εξαλειφτεί χιλιετηρίδες τώρα. Δεν μπορώ να ξέρω…»
«Το ίδιο λέγαν και για τους ροκάδες, αλλά ο σύντροφος Στρατηγούλης ανακάλυψε ένα ολόκληρο χωριό.»
«Δεν είναι το ίδιο. Η τεχνολογία χρειάζεται μεγάλους ναούς. Χρειάζεται υλικά. Δεν είναι μερικοί τρελοί με μουσικά όργανα.» είπε και έφτυσε. Η μουσική ήταν μία ακόμη αμαρτία. Όχι βέβαια κάθε μουσική, μόνο αυτή που δεν εγκρίναν οι ΚουΚούδες, το ιερατείο.
«Πήγε ανατολικά. Όταν έφθασε εδώ, έκρυψε το υποζύγιό του και το ξαναπήρε φεύγοντας.
Έκανε ένα κύκλο και κατευθύνθηκε ανατολικά… Τι είναι εκεί;»
«Τίποτα, κύριε πρόεδρε, μόνο οι ερημιές της Άττικα και το μεγάλο φαράγγι. Οι απαγορευμένες περιοχές. Τίποτα δεν ζει εκεί. Όποιος πάει ή έλθει από εκεί παλουκώνεται.»
«Το ξέρω… Άρα… γιατί πάει προς τα εκεί;»
«Αφού είναι παράνομος , πρόεδρε. Δεν τον ενδιαφέρουν οι απαγορεύσεις.»
«Ή… έχουμε επαναπαυθεί στην παντοδυναμία της Γραμματείας. Ίσως κάτι γίνεται εκεί.
Αλλά χρειαζόμαστε ειδική άδεια για να πάμε εκεί. Πρέπει να γυρίσουμε στην πρωτεύουσα.»
Η πρωτεύουσα της Γραμματείας, η Κουμουνδούρα, όφειλε το όνομά της στην μυθική τοποθεσία που είχε το κατάλυμά του ο πρώτος Λαός, ο άγιος Τσιπραλέξ.
Το σεμήτι ξεφύσησε ανακουφισμένο. Το τελευταίο πράγμα που ήθελε ήταν μια εκστρατεία σε ένα καταραμένο μέρος για να αντιμετωπίσουν αιρετικούς που χρησιμοποιούσαν τεχνολογία.
«Πρέπει όμως να πείσουμε τον Έξαρχο.» είπε παρ’ όλα αυτά.
«Αυτό δεν με ανησυχεί καθόλου είπε ο Κομισάριος. Μόλις δουν τα στοιχεία που έχω θα βαρέσει συναγερμός.»
Έστρεψαν τα άλογά τους και κατευθύνθηκαν δυτικά….

Παρασκευή 8 Φεβρουαρίου 2013

Ο ΜΠΑΜΠΟΥΛΑΣ


Ο κύριος με το κοστούμι μπήκε στο γραφείο του αξιωματικού χωρίς να ανακοινωθεί.
Ο αξιωματικός σηκώθηκε όρθιος, έκπληκτος και λίγο αγχωμένος.
«Εσείς εδώ;» ρώτησε.
«Ήταν ανάγκη…» είπε ο κοστουμάτος και του έκανε ένα νόημα.
Ο αξιωματικός βγήκε από το γραφείο του και έδιωξε τον γραμματέα του που ήταν ακόμη στην θέση του παρά το περασμένο της ώρας. Κατόπιν μπήκε πάλι μέσα και έκλεισε τις περσίδες στα παράθυρα.
«Εντάξει ,» είπε «είμαστε μόνοι. Μπορούμε να μιλήσουμε.»
«Πρέπει να ενεργοποιηθεί το σχέδιο ‘ΜΠΑΜΠΟΥΛΑΣ’» είπε ο κοστουμάτος.
«Δεν γίνεται, κύριε,» είπε ο αξιωματικός «το σχέδιο ‘ΜΠΑΜΠΟΥΛΑΣ’ είναι μακρόπνοο. Δεν έχει στηθεί απόλυτα ακόμα και τα ‘σκιάχτρα’ δεν έχουν ωριμάσει, είναι ακόμη ‘φυντάνια’»
«Οι καιροί είναι δύσκολοι, φίλε μου,» είπε ο άλλος «απαιτείται δυναμική αντιμετώπιση. Το σχέδιο αυτό είναι ότι χρειάζεται.»
«Γιατί; Μήπως μπορούμε να κάνουμε κάτι άλλο, κάτι με λαθρεμπόριο, λαθρομετανάστες, κάτι ποινικό, ένα σκάνδαλο…»
«Όχι, το σχέδιο ‘ΜΠΑΜΠΟΥΛΑΣ’ είναι ότι χρειαζόμαστε. Τα έχει όλα. Παράλληλα θα ανεβάσουμε την εκτίμηση της αστυνομίας και του συστήματος γενικά και θα δημιουργήσουμε σύγχυση στην αριστερά.»
«Καλά αλλά δεν μπορώ από μόνος μου να ενεργοποιήσω ένα σχέδιο τέτοιας έκτασης.
Χρειάζομαι εντολές.»
«Έχω εντολές…»
«Εννοώ επιπέδου.»
«Ποιο ψηλά δεν υπάρχει…»
«Εννοείς…»
«Ναι , αυτός.»
 Ο αξιωματικός ένευσε καταφατικά, λίγο κουρασμένος.
«Ας συζητήσουμε τις λεπτομέρειες.» είπε.

«Αυτός ποιος είναι;» ρώτησε ο κοστουμάτος καθώς κοίταζαν τις φωτογραφίες των υποψηφίων.
«Είναι ο …………» είπε ο αξιωματικός
«Εννοείς εγγονός του …………» είπε ο άλλος.
«Ναι.»
«Φίλος του   …………….. και μάρτυρας στη υπόθεση ………………;»
«Ακριβώς.»
«Μα αυτό είναι υπέροχο, είναι ιδανικός.»
«Κύριε είναι πολύ ‘φυντάνι’, και η μητέρα του πολύ γνωστή…»
«Δεν έχει μπλέξει ακόμα;»
«Είναι μπλεγμένος, αλλά είναι πολύ δυνατό χαρτί. Κάτι να πάει στραβά μπορεί όλο το σχέδιο να γυρίσει μπούμερανγκ.»
«Στο χέρι σου είναι να μην πάει στραβά!» είπε αυστηρά ο κοστουμάτος. «Και πρέπει να φανούν επικίνδυνοι. Να φέρουν βαρύ οπλισμό.»
«Τότε δεν πρέπει να δράσουμε βιαστικά.»
«Ωραία, και το σκηνικό;»
«Επαρχία, μακριά από μεγάλα αστικά κέντρα, πιο εύκολο και ανεβάζουμε και την αστυνομία της επαρχίας στην εκτίμηση του κοινού.»
«Θαυμάσια. Πότε θα είσαστε έτοιμοι;»
«Σε δύο εβδομάδες.»
«Καλώς θα συναντηθούμε ξανά την παραμονή. Προετοίμασέ το και ειδοποίησε με.
Ξέρεις, στον ‘ειδικό’ αριθμό.»
«Μάλιστα κύριε.»
«Καληνύχτα.»

Οι δύο άνδρες κάθισαν στο γωνιακό τραπέζι του απόμερου και άδειου εξοχικού κέντρου και παρήγγειλαν καφέδες.
Μόλις απομακρύνθηκε ο μαγαζάτορας, μίλησε ο αξιωματικός.
«Όλα είναι έτοιμα,» είπε. «Αύριο θα χτυπήσουν μία τράπεζα σε μία επαρχιακή πόλη, μέχρι το βράδυ θα τους έχουμε.»
«Καλώς. Κοίτα, άμα τους πιάσουν κανόνισε να φάνε ένα χέρι ξύλο.» είπε ο κοστουμάτος.
«Αυτό απαγορεύεται από τον νόμο.» είπε έκπληκτος ο αστυνομικός.
«Το ξέρω. Κοίτα, έτσι θα έχουμε πολλαπλά οφέλη. Το θέμα θα μονοπωλήσει τις ειδήσεις για όλη την εβδομάδα. Όλοι θα ξεχάσουν και το Κατάρ και την Τουρκία και την μιζέρια τους. Άσε που θα ξεβρακωθούν οι αριστεροί που θα τρέξουν να καταγγείλουν. Θα τους πιάσουμε όλους στον ύπνο. Θα διχαστούν. Ο δικός μας θα το κάνει πρώτο θέμα και όλοι οι άλλοι δημοσιοκάφροι θα ακολουθήσουν θέλοντας και μη για να μην χάσουν τηλεθέαση.»
«Ποιος ο  ………………. του  ……………….»
«Όχι ρε, αυτός φαίνεται, ο άλλος ο  …………………………..»
«Και αυτός δικός μας;»
«Γιατί, ποιος νομίζεις ότι του δίνει τα θέματα που βγάζει; Τον έχεις για τέτοιο τζιμάνι; Στόκος είναι ο άνθρωπος. Εμείς τον κάναμε δημοσιογράφο. Αν δεν είχε τη υποστήριξή μας, ούτε τα διανυκτερεύοντα φαρμακεία δεν θα του έδιναν να γράψει.»
«Δεν το ήξερα…»
«Είναι πολλά που δεν ξέρεις και καλύτερα έτσι. Μόνο έτσι θα μπορέσεις να βγεις στην σύνταξη!»
«Σαν απειλή ακούγεται…»
«Πάρτο όπως θέλεις. Γιατί, νομίζεις ότι εγώ θα βγω ποτέ στην σύνταξη;  Τέλος πάντων. Έχεις τίποτα άλλο;»
«Ναι, δεν υπάρχει κίνδυνος για τίποτα παρατράγουδα, όπως το οκτώ;»
«Δεν είχες αυτή την θέση τότε και ρωτάς πράγματα επικίνδυνα. Ένα θα σου πω: επιχείρηση ‘ΑΘΛΙΟΙ’.»
«Δική μας;»
«Κανενός άλλου.»
«Καλά λες, δεν θέλω να ξέρω…»

Η είδηση έπαιζε παντού.
Μεγάλη επιτυχία των διωκτικών αρχών.
Ο άνδρας με το κοστούμι χαμογέλασε. Σήκωσε το τηλέφωνο και σχημάτισε έναν αριθμό που δεν υπήρχε καταχωρημένος πουθενά.
«Τον κύριο υπεύθυνο παρακαλώ.» είπε και κατόπιν: «Χαίρετε, όλα καλά, μπορείτε να προχωρήσετε, οι πάντες είναι απασχολημένοι τουλάχιστον για μία εβδομάδα.
Κανείς δεν θα σας προσέξει.»

Το σύστημα δουλεύει…
Εμείς κοιμόμαστε… 

Πέμπτη 24 Ιανουαρίου 2013

ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ MAC


Τον φίλο μου είχα καιρό να τον δώ.
Όταν τον ξανασυνάντησα, είχε αφήσει μούσι και διατηρούσε μία πλούσια αλογοουρά πίσω από μία όμοια πλούσια φαλάκρα.
Κανονίσαμε να τον επισκευθώ μία ημέρα στο σπίτι του να τα πούμε.
Άνθρωπος του πνεύματος και της τέχνης, το πάθος του ήταν η τεχνολογία.
Ήταν ο πρώτος που είχε αποκτήσει Z-X spectrum στην αρχή, και όταν εγώ είχα ακόμα πρόβλημα με το scientific calculator αυτός ήδη προγραμμάτιζε σε basic.
Τον επισκέφτηκα στο σπίτι του στην Δάφνη, όπου έμενε μετά την αξιοποίηση με αντιπαροχή ενός οικοπέδου, το οποίο τού είχε αποδώσει δύο μαιζονέτες και  μία κάποια οικονομική ανεξαρτησία.
Το γραφείο του όπου καθίσαμε ήταν μοντέρνο και ψιλοακριβό από ότι κατάλαβα, αλλά αυτό που μου έκανε εντύπωση ήταν η εικοσιεπτάρα οθόνη-κομπιούτερ με το σήμα της apple στο πίσω μέρος.
State of the art και τεχνολογία αιχμής, ήταν ένα εργαλείο που μου άρεσε από τότε που το είχα δει σε ένα κατάστημα της apple στο Μπάρι και είχα σκοπό κάποτε να το αποκτήσω.
Παρ' ολ' αυτά δεν έδειξα το ενδιαφέρον μου και περισσότερο ήθελα να μάθω τι κάνει ο παλιός και αγαπητός μου φίλος.
Έβαλε ποτά και καθίσαμε να συζητήσουμε.
Όπως αποδείχθηκε ασχολιόταν ενεργά με κάποιες ΜΚΟ που προωθούσαν τον πολυπολιτισμό και συγκεκριμένα την ισλαμική κουλτούρα.
Μίλαγε για το Ισλάμ και την εξάπλωσή του και πως ήταν μία κοσμοθεωρία που μπορούσε να μας ανοίξει τα μάτια και να προοδεύσουμε.
Είχα αρχίσει να νιώθω ενοχλημένος, αλλά τον άφησα να συνεχίσει το λογίδριό του, καθώς προχώρησα προς το γραφείο του και έδειξα να περιεργάζομαι το κομπιούτερ του.
Ήξερα ποια θα ήταν η αντίδρασή του και αυτό ήλπιζα.
Δεν έπεσα έξω. Ενώ πριν μιλούσε μηχανικά σαν κασσετόφωνο, το πρόσωπό του φωτίστηκε και μου είπε μέ ένα χαμόγελο υπερηφάνειας, που άγγιζε την αλαζονεία  "Σου αρέσει;"
"Quad-core i7 processor, AMD Radeon HD graphics processor, 27ρα οθόνη, OS X mountain lion λειτουργικό"
"Ναί," απάντησα, "φοβερό μηχάνημα, αλλά ρε, παιδί μου αυτο το ΟS X, δεν μου άρεσε."
Με κοίταξε σαν χαμένος.  "Τι εννοείς;" μου είπε.
"Έχω το ίδιο." απάντησα.
"Και;"
"Δεν μπορούσα να το καταλάβω και το έδωσα να τo απεγκαταστήσουν και να μου εγκαταστήσουν windows 98."
Με κοίταξε σαν χαμένος. Ανοιγόκλεισε το στόμα του μία-δύο φορές και στο τέλος ψιθύρισε ξέπνοα: "Έκανες ΤΙ;"
"Έβαλα windows 98 για Mac"
"ΙΕΡΟΣΥΛΙΑ" είπε αγανακτισμένος.
"Είναι μεγαλύτερη ιεροσυλία ένας απόγονος του ελληνορθόδοξου πολιτισμού να ασπάζεται το Ισλάμ." του απάντησα "αλλά το ίδιο ηλίθιο..."

Παρασκευή 11 Ιανουαρίου 2013

ΠΑΡΤΑ... ΣΥΡΙΖΑ!



Ο Γιώργος, φανατικός οπαδός του ΣΥΡΙΖΑ, προοδευτικός και ανοιχτόμυαλος, ξύπνησε στη βίλα του στην Εκάλη.
Τεντώθηκε, έξυσε προοδευτικά τον καβάλο του και κατευθύνθηκε επαναστατικά και ριζοσπαστικά προς την τουαλέτα.
Σήμερα ήταν σημαντική ημέρα. Θα δείχναν στους φασίστες που κυνηγούσαν φτωχούς μετανάστες ότι οι καλοί δεν ήταν αδύναμοι. Ένιωθε την συμπόνια και την καλοσύνη για τους φτωχούς μετανάστες να ξεχειλίζει όπως και η οργή του για τους φρικτούς φασίστες που έπαιζαν τους οικογενειάρχες και τους καταστηματάρχες. Κατακάθια, low-lives, αμόρφωτοι, οπισθοδρομικοί.
Σήμερα θα δίνανε μια γροθιά στο ρατσισμό.
Με αυτά στο μυαλό ξαφνιάστηκε όταν βρήκε την πόρτα της τουαλέτας κλειδωμένη.
"Άλλος" φώναξε μια μπάσα φωνή από μέσα.
Κόντεψαν να του φύγουν, ληστής;
Αλλά από πότε οι ληστές πάνε στην τουαλέτα και κλειδώνουν και την πόρτα;
Η πόρτα άνοιξε και βγήκε ένας μαύρος νεαρός γιγαντόσωμος με μούσι ίσα με την πλατεία Συντάγματος.
"Γεια σου, φίλο", είπε.
"Τι θέλεις;" κατάφερε να ψελλίσει.
"Α, εσύ πολύ καλό φίλο." χάρηκε ο μαύρος, "εσύ βοηθήσει Αμπντούλ. Γιάνι, έλληνα ρατσιστή. Εσύ, όχι, ίνσαλαχ."
Ο Γιώργος ψέλλισε ένα ο-κεϊ και χώθηκε στην τουαλέτα γιατί με την κύστη του έτοιμη να εκραγεί δεν μπορούσε να σκεφτεί καλά.
Έκανε όσο πιο γρήγορα μπορούσε και βγήκε για να βρει τον Αμπντούλ στο σαλόνι γονατιστό να κάνει την πρωινή του προσευχή.
"Τώρα, τι κάνουμε;" σκέφτηκε. Το πρόβλημα ήταν ότι ο Γιώργος ήταν καλός στην θεωρία, αλλά από Ισλάμ είχε μαύρα μεσάνυχτα. Μόνο η σαστιμάρα του και η καλή του τύχη τον εμπόδισαν από το ατόπημα να διακόψει την πρωινή προσευχή του Αμπντούλ.
Σε μια στιγμή είδε τον Αμπντούλ να σηκώνεται. Πήγε κάτι να πει αλλά αυτός του έριξε ένα βλέμμα που του πάγωσε το αίμα. Μετά έφερε τα χέρια του μπροστά σαν να κρατούσε ένα αόρατο βιβλίο και κουνούσε τα χείλη του χωρίς να λέει τίποτα. Η προσευχή δεν είχε τελειώσει ακόμα.
Ο Γιώργος είχε αρκετό μυαλό να φύγει από το σαλόνι και να πάει στην κουζίνα.
"Δεν μπορώ να τον διώξω" σκέφτηκε. Για να φωνάξει τους μπάτσους ούτε συζήτηση.
Άσε που είχε ακούσει για μαχαιροβγάλτες και αν και κόμπαζε και διέδιδε ότι αυτά είναι προβοκάτσιες των ρατσιστών, όλο και κάποια ψήγματα συλλογικού ασυνείδητου διέθετε από την εποχή που οι πρόγονοί του ζούσαν υπό τον μουσουλμανικό ζυγό.
Προσπάθησε να παραμυθιαστεί μ' αυτά που " πίστευε", έλα όμως που το άτιμο το ένστικτο είναι απείθαρχο. Γιατί άλλο να λες για τους "καημένους" τους "φτωχούς" μετανάστες και άλλο να έχεις έναν δίμετρο ισλαμιστή στο σαλόνι σου.
Μηχανικά άρχισε να ετοιμάζει πρωινό. Ενώ άρχισε να τηγανίζει λίγο μπέικον, ο Αμπντούλ μπήκε στην κουζίνα. Μια φρικτή κραυγή του πάγωσε το αίμα: "ΧΑΝΤΖΙΡ, ΑΛΛΑΧΟ ΑΚΜΠΑΡ".
Ο "φιλοξενούμενός του όρμησε στην κουζίνα με ένα πανί στο πρόσωπό του, άνοιξε την πόρτα και πέταξε το τηγάνι στην αυλή. Ο Γιώργος έμεινε στήλη άλατος. Επρόκειτο να πάρει το πρώτο του μάθημα στην ισλαμική κουλτούρα.

ΜΠΕΣΜΕΛΛΑΧ ΕΛ ΡΑΧΜΑΝ ΕΛ ΡΑΧΙΜ (στο όνομα του Αλλάχ, του πολυεύσπλαχνου, του πολυέλεου)
Ο Γιώργος, προοδευτικός αριστερός των βορείων προαστίων, προσπαθούσε να εξευμενίσει έναν δύστροπο όσο και απρόσκλητο επισκέπτη.
Ο Αμπντούλ τα είχε πάρει άσχημα και ο δύστυχος Γιώργος διατελούσε εν πλήρη συγχύσει. Βλέπεις ο Γιώργος το μόνο που ήξερε από θρησκείες ήταν ότι κάτι είχαν να κάνουν με το αν θα ψαλιδίσεις το μούσι σου ή όχι. Η λέξεις "μεταφυσική", "πίστη" και "δόγμα" ήταν γι' αυτόν κενά τετραγωνάκια σε σταυρόλεξο για πολύ δυνατούς λύτες.
Η ανοχή του είχε σαν βάση την απόλυτη άγνοια.
Το αποτέλεσμα ήταν να μην καταλαβαίνει γιατί ο "φιλοξενούμενός" του ξαφνικά επιδόθηκε στο άθλημα της δισκοβολίας με το αντικολητικό tefal του (29.99 € από το MALL παρακαλώ) ή γιατί έφριξε και κόντεψε να πάθει αποπληξία βλέποντας στην αυλή το καθαρόαιμο μπασέ του.
Κανένας δεν του είχε πει ότι γουρούνια & σκυλιά ήταν μιαρά ζώα για τους μουσουλμάνους και ως εκ τούτου η παρουσία τους κόκκινο πανί.
Έτσι στεκόταν σαν χαμένος ενώ ο Αμπντούλ άστραφτε και βρόνταγε.
"Εσύ, όχι καλό, εσύ βάλει χαντζίρ τηγάνι, μυρίζει Αμπντούλ, χαμντουλιλά." ήταν τα πρώτα ελαφρώς κατανοητά που πρόφερε.
"Βάλει κουτάϋ * μέσα σπίτι!"
Εδώ από καθαρή σύμπτωση ο Γιώργος κατάλαβε ότι τον είχε ενοχλήσει ο σκύλος του.
"Τι τον πείραξε το κουτάβι" σκέφτηκε.
Ο Αμπντούλ άνοιξε το ψυγείο "Εγώ φάει" είπε. Μετά φάνηκε να το ξανασκέφτηκε.
"Όχι καλό φαΐ" είπε "αυτό μαζί χαντζίρ μέσα" συμπλήρωσε εννοώντας ότι όλα τα τρόφιμα ήταν μολυσμένα γιατί μέσα στο ψυγείο υπήρχαν χοιρινά λουκάνικα και μπέικον.
Έβγαλε το ψυγείο από την πρίζα, το πήγε στην πόρτα ενώ ο Γιώργος σαστισμένος προσπαθούσε να διαμαρτυρηθεί, το έβγαλε στην αυλή και το αναποδογύρισε.
Έπειτα το επέστρεψε στη θέση του άδειο.
"Εσύ καθαρίσει τώρα" είπε στον τρομοκρατημένο Γιώργο με τόνο που δεν δεχόταν αντίρρηση.
"Μετά πάει φέρει φαΐ" συμπλήρωσε.
Ο Γιώργος βρήκε μία ευκαιρία να ανασυσταθεί. Γρήγορα έβαλε τα τρόφιμα μέσα σε μια σακούλα σκουπιδιών και τα άδειασε στον κάδο.
"Ευκαιρία να ζητήσω βοήθεια να δώ πως θα ξεμπλέξω "σκέφτηκε.
Μπήκε στο σπίτι και πήγε στο σαλόνι όπου ο Αμπντούλ με την πουκαμίσα και το σαλβάρι καθόταν οκλαδόν ** στην πολυθρόνα και έτριβε με τον δείκτη ανάμεσα στα δάχτυλα των ποδιών του.
"Εγώ πάω φέρω φαΐ" είπε όσο πιο γλυκά μπορούσε.
"Ίνσαλαχ..." ήρθε η απάντηση.
 

Το κουδούνι του Αχιλλέα, θεωρητικού συνισταμένης του ΣΥΡΙΖΑ και προέδρου μισής ντουζίνας ΜΚΟ για τα δικαιώματα των μεταναστών, των προσφύγων και άλλων αναξιοπαθούντων αλλοδαπών ( πλην των νομίμων και των προσκείμενων στο ΠΑΜΕ ) χτύπησε δαιμονισμένα.
Στην πόρτα βρισκόταν ο Γιώργος, ξεκούμπωτος, αναμαλλιασμένος και με βλέμμα τραγικού ήρωα του Φώσκολου.
"Βόηθα" είπε ξέπνοα."Χρειάζομαι τα φώτα σου"
Ο Αχιλλέας πήρε μπλαζέ και ανώτερο ύφος. Έκανε στο πλάι να περάσει ο αξιολύπητος ομοϊδεάτης του και κατευθύνθηκε στο μπαράκι όπου έβαλε δύο δάκτυλα ουίσκι σε ένα COSTA-BODA κρυστάλλινο ποτήρι, αναμνηστικό από την πυρπόληση του ομώνυμου καταστήματος.
"Ένας μουσουλμάνος." είπε ο Γιώργος.
Ο Αχιλλέας σήκωσε ένα φρύδι.
"Είναι στο σπίτι μου." συμπλήρωσε ο Γιώργος.
Ο Αχιλλέας σήκωσε και δεύτερο φρύδι.
Ο Γιώργος άρχισε να εξιστορεί τα καθέκαστα και ο Αχιλλέας, μην έχοντας αλλά φρύδια να σηκώσει, άνοιγε το στόμα του μέχρι που κόντευε να περάσει τριαξονικό φορτηγό ΜΑΝ με διπλό ρεμούλκιο.
Πάνω στη σαστιμάρα του είχε αδειάσει το ποτήρι και έπινε κατευθείαν από το μπουκάλι.
Μαζί με την διήγηση του Γιώργου τέλειωσε και το ουίσκι, μια βότκα και ένα ορφανό τσέρι μπράντι.
Όλως παραδόξως, ο Αχιλλέας στεκόταν ακόμα στα πόδια του.
"Ρε συ" είπε "είπαμε να τους υποστηρίζουμε, όχι να τους παντρευόμαστε."
"Τώρα τι κάνω; "
" Πρέπει να τον πείσουμε να μετακομίσει, μέχρι τότε όμως εσύ πρέπει να είσαι άψογος"
" Δηλαδή;"
" Εεεε, να, πρέπει να του φέρεσαι ισότιμα, να σέβεσαι την διαφορετικότητα και την κουλτούρα του και να μην προσβάλεις τις παραδόσεις και τα πιστεύω του."
" Και πως τα κάνω όλα αυτά ρε; Εγώ δεν ξέρω τι πιστεύω εγώ, που να ξέρω τι πιστεύει αυτός;"
" Κοίτα, πρέπει να αναλάβει κάποιος που ξέρει."
" Εσύ;"
" Μην λες βλακείες, που ξέρω εγώ από μουσουλμάνους..."
" Και τι σκατά πρόεδρος είσαι;"
" Πρόεδρος είμαι, κάνω διαχείριση των χρηματοδοτήσεων, αιτήσεις, προσφυγές, τέτοια. Την επαφή την διατηρούν τα μέλη. Να το τηλέφωνο και η διεύθυνση της Νανάς."
" Του Ζολά;"
" Όχι, ρε της ειδικής σε θέματα ισλαμικών μειονοτήτων μιας από τις ΜΚΟ που προεδρεύω."
" Ευχαριστώ ρε, είσαι φίλος."
" Πάντα εδώ για τους συντρόφους, θα της τηλεφωνήσω να σε περιμένει."
Ο Γιώργος έφυγε με αναπτερωμένο το ηθικό.
Η μοίρα του όμως δεν είχε πει ακόμα την τελευταία της κουβέντα...

 
Η Νανά ήταν κορίτσι από σπίτι. Κυριολεκτικά.
Κατά κόσμον Αφροξυλάνθη, από τα καμίνια, πριν μπλεχτεί με τις ΜΚΟ και χεστεί στο τάλιρο, διατηρούσε "σπίτι" στο Μεταξουργείο.
Τώρα είχε μεζονέτα στον Διόνυσο, Porsche, Φιλλιπινέζα και παιδιά που σπούδασαν στην εσπερία. Αυτό που δεν είχε ήταν σύζυγο, μόρφωση και υπομονή.
Είχε όμως νεύρα. Πολλά νεύρα. Και γι' αυτό φταίγαν πολλά.
Πρώτα-πρώτα ήταν αυτά τα καθάρματα οι εθνικιστές που της χαλάγαν τις κινητοποιήσεις.
Παλιά δυό τρείς ξυπόλητοι, μερικά ψώνια και μερικοί αντιεξουσιαστές έφταναν. Τώρα χρειαζόταν σχέδιο δράσης και ένα σωρό τέτοιες αηδίες. Και τα άτιμα τα κωλόπαιδα δεν βάραγαν... Από τότε που μπήκαν στη βουλή το παίζαν καλά παιδιά.
Στην τελευταία κινητοποίηση έπρεπε να βάλει μερικούς κουκουλοφόρους να τους επιτεθούν για να διαμαρτυρηθεί ότι τους βάρεσαν οι φασίστες. Αυτοί όμως οι ηλίθιοι επιτέθηκαν εκεί που είχαν παραταχθεί οι πιο σκληροπυρηνικοί ισλαμιστές με αποτέλεσμα να φάνε οι ίδιοι ξύλο και να της δηλώσουν ότι δεν ξανααναλαμβάνουν τέτοια δουλειά με πενήντα ευρώ. Ήταν πολύ επικίνδυνο και μόνο τα τσιρότα στοίχιζαν είκοσι ευρώ.
Κατά δεύτερον, με την αλλαγή της κυβέρνησης και το μνημόνιο είχαν κοπεί οι επιχορηγήσεις και το εισόδημα της είχε πάθει καθίζηση. Αναγκάστηκε να απολύσει τον κηπουρό. Και έτσι ξέμεινε και από άντρα...
Όταν λοιπόν τηλεφώνησε ο σύντροφος Αχιλλέας και της είπε να βοηθήσει τον σύντροφο Γιώργο, είπε, βεβαίως σύντροφε, φυσικά (από αυτόν εξασφάλιζε το ψωμάκι της άλλωστε) αλλά μέσα της του έσουρε όσα ο Ιορδάνης ποταμός.
Δεν ήταν να μουντζώσει τώρα την ΜΚΟ γιατί μόνο με τα επιδόματα δεν τα έβγαζε πέρα. Τις καλές μέρες είχε καταφέρει να της εκδώσουν: πολύτεκνης, παρ' όλο που είχε μόνο δυο παιδιά, κωφάλαλης, παρ' όλο που γκάριζε σε όλες τις πορείες, τυφλής, και να πληρώνεται έξοδα χημειοθεραπείας, αιμοκάθαρσης και καμιά σαρανταριά τοκετών και αδειών εγκυμοσύνης. Είχε βέβαια εξασφαλίσει και μια θεσούλα στον δήμο αλλά κάποτε που χρειάστηκε να πάει δεν κατάφερε να βρει το δημαρχείο. Είχε πειστεί ότι το κάθαρμα ο δήμαρχος είχε καταφέρει να το πουλήσει σε κινέζους που το διέλυσαν και το μετέφεραν στην Κίνα.
Αναπολούσε τις καλές μέρες τότε που έβγαινε για "ψώνια" με τα "παιδιά". Σε μία ημέρα είχε "αγοράσει" δεκαπέντε βιζόν. Στεναχωρήθηκε όταν έμαθε ότι το κατάστημα έκλεισε. Ίσως δεν έπρεπε να το κάψει, μπορεί να ξαναπέρναγε. Είχε όμως μάθει ότι από εκεί ψώνιζε και εκείνη η βλαχάρα που της είχε φάει τον υπουργό που είχε βάλει στο μάτι.
Καλά παιδιά αυτοί οι Πασόκοι. Το γλένταγαν. Ίσως έπρεπε να έχει παντρευτεί κανέναν από αυτούς. Μπαααα, τώρα θα είχε μείνει άνεργος και θα έπρεπε να τον ταΐζει.
Έβαλε ένα ουισκάκι να καλμάρουν τα νεύρα της.
Τότε χτύπησε το κουδούνι.

Ο Γιώργος μπήκε στο σπίτι της Νανάς σαν σίφουνας.
"Στα είπε ο Αχιλλέας;" ρώτησε.
" Εμ, μέσες άκρες..." απάντησε εκείνη." Φαίνεται ότι έχεις έναν ορφανό στο σπίτι σου" χαμογέλασε " τι εθνικότητας είναι;"
" Ιδέα δεν έχω."
" Και είσαι σίγουρος ότι είναι μουσουλμάνος;"
" Αν εσύ δεις ένα μαύρο μαντράχαλο με ένα στρέμμα μούσι να κουτουλάει το χαλί, έλα να μου πεις ότι είναι Χάρε Κρίσνα." της απάντησε αγανακτισμένος.
" Ωραία" είπε αυτή "θα βοηθήσω αλλά θα σου κοστίσει"
Ο Γιώργος την κοίταξε σαν να του είπε ότι ο Πάγκαλος είχε κερδίσει το χρυσό μετάλλιο στους κρίκους.
" Θα πληρώσω;" ρώτησε χαζά.
" Όλα στοιχίζουν σήμερα..." του είπε αυτή." Πρέπει να τον χρηματοδοτήσεις αν θέλεις να πάει κάπου αλλού να εγκατασταθεί και να σε αφήσει ήσυχο. Αλλά θέλει διπλωματία. Μην πιστέψει ότι τον διώχνεις. Η παραμικρή αναφορά στους δικούς του όταν δικτυωθεί μπορεί να μας βλάψει ανεπανόρθωτα."
" Για τι λεφτά μιλάμε;"
" Τι μπορείς να δώσεις;"
" Ααα, τόσα;" είπε αυτός," τότε εντάξει..."
Η Νανά προτίμησε να μην τον ρωτήσει τι κατάλαβε γιατί ήδη ο τύπος της έδινε στα νεύρα.
" Περίμενε να φορέσω τα ρούχα της δουλειάς" του είπε και κλείστηκε στην κρεβατοκάμαρα.
Μετά από λίγο επέστρεψε φορώντας ένα μακρύ φουστάνι και φαρδιά μπλούζα με μακρύ μανίκι.
" Πως σου φαίνομαι;" ρώτησε.
" Ειλικρινά;"
" Ειλικρινά!"
" Δίνεις την εντύπωση πως αν σου δώσω δέκα ευρώ θα μου πεις την μοίρα."
" Ωραία!" είπε αυτή.
" Τι ωραία." της είπε αυτός " φαίνεται σαν να βγήκες από Ντάτσουν."
" Εκτός του ότι δεν θέλω να με λιντσάρει η να με βιάσει ο προστατευόμενός σου, μόνο έτσι μπορεί να με ακούσει. Αλλιώς εγώ θα σου πω και εσύ θα συνδιαλέγεσαι μαζί του. Συνήθως αυτοί οι τύποι τις γυναίκες τις έχουν στο κλάσιμο. Τουλάχιστον μιλάει αγγλικά;" συμπλήρωσε.
" Δεν ξέρω. " απάντησε αυτός.
" Είναι κάτι που ξέρεις τελικά;" είπε εκνευρισμένη.
" Ναι," απάντησε ο Γιώργος, "θα ήταν πολύ καλός υποψήφιος για τους τελικούς της δισκοβολίας και της άρσης βαρών."
 

Ο Γιώργος πάρκαρε την Mercedes ένα στενό πριν από το σπίτι του.
" Περίμενε εδώ." είπε της Νανάς.
Αυτή δεν έφερε αντίρρηση. Η περίπτωση την άγχωνε, αλλά προσπαθούσε να το παίζει άνετη.
" Περίμενε να συναντήσεις τον χαμένο κρίκο της εξέλιξης και τότε τα λέμε..." σκεφτόταν ο Γιώργος.
Προχώρησε για το σπίτι, όταν η εξώπορτα άνοιξε διάπλατα με κρότο και πετάχτηκε έξω η Μαίρη.
Η Μαίρη ήταν εικοσιένα, μικρόσωμη, φοιτήτρια της νομικής, αριστούχος, έξυπνη και καπάτσα, και το κορίτσι του Γιώργου. Γόνος μικροαστικής οικογένειας, ο πατέρας της βέρος γκάγκαρος, γέννημα-θρέμμα του Αγίου Παντελεήμονα όπου και είχαν γνωριστεί.
Η Μαίρη είχε εκ διαμέτρου αντίθετες απόψεις με τον Γιώργο για το θέμα των αλλοδαπών, άλλωστε είχαν γνωριστεί όταν βρέθηκαν αντιμέτωποι σε μία "αντιρατσιστική" διαδήλωση.
Ο έρωτας είναι παράξενο πράγμα έτσι η Μαίρη κατέληξε στο κρεβάτι του Γιώργου, χωρίς να αλλάξει τις απόψεις της κατά μία κεραία. Όσο και αν διαφωνούσαν, αυτός έτρεφε ιδιαίτερα σοβαρά συναισθήματα γι' αυτήν. Καταλαβαίνει λοιπόν κανείς πως ένιωσε βλέποντάς την να βγαίνει από το σπίτι του τρέχοντας, με σκισμένα ρούχα και κλαμένη.
" Τι τρέχει;" την ρώτησε, παρ' όλο που κατά βάθος ήξερε.
" ΤΩΡΑ ΤΟΥΣ ΒΑΖΕΙΣ ΚΑΙ ΣΤΟ ΣΠΊΤΙ ΣΟΥ;;;" ούρλιαξε αυτή.
Ο Γιώργος προσπάθησε να της πει να ηρεμίσει, να μη φωνάζει, αλλά εις μάτην. Αυτή ήταν σε κατάσταση υστερίας.
" ΣΤΗΝ ΤΡΙΧΑ ΓΛΥΤΩΣΑ ΤΟΝ ΒΙΑΣΜΟ." του φώναξε "ΚΑΘΑΡΜΑ, ΣΟΥ ΕΙΠΑ ΟΤΙ ΕΙΝΑΙ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟΙ... ΤΗΝ ΓΛΥΤΩΣΑ ΤΟΣΑ ΧΡΟΝΙΑ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΠΑΝΤΕΛΕΉΜΟΝΑ ΓΙΑ ΝΑ ΜΕ ΒΙΑΣΟΥΝ ΣΤΗΝ ΕΚΆΛΗ;;;" συνέχισε με πιο πλούσιο λεξιλόγιο που δεν γράφεται. Τα σφράγισε με μία σφαλιάρα στον έκπληκτο Γιώργο και έφυγε.
Η Νανά που είδε τα καθέκαστα έσπευσε δίπλα του.
Ο Γιώργος είχε γίνει Τούρκος." Θα τον σκίσω τον πούστη." είπε
Η Νανά προσπάθησε να τον ηρεμήσει " Μη Γιώργο, προβοκάτσια."
" Τι προβοκάτσια, ρε τσόκαρο, " της φώναξε," για μαλάκες ψάχνεις, στραβός είμαι, δεν την είδες; Την γυναίκα μου ρε, το κάθαρμα, έσκαψε τον λάκκο του, θα του φάω το λαρύγγι δεν πα να είναι ο Σβαρτσενέγνερ, τώρα θα πεθάνει."
" Μη Γιώργο" του είπε η Νανά " κάνεις κακό στο κίνημα, μην δημιουργείς θέμα... δεν φταίει αυτός, η κουλτούρα του είναι διαφορετική, πρέπει να την σεβαστούμε, η πολυπολιτισμική κοινωνία..."
" Τι λες μωρή πατσαβούρα ο σεβασμός είναι αμοιβαίο συναίσθημα, σεβάστηκε αυτός το σπίτι μου, για να σεβαστώ εγώ την κουλτούρα του; Δηλαδή εμείς να σεβόμαστε και αυτοί να μας πηδάνε; Που το βρήκες γραμμένο αυτό; Δηλαδή εμείς δεν έχουμε κουλτούρα, τι σκατά  στο πηγάδι κατουρήσαμε;
" Γιώργο δεν σε αναγνωρίζω έτσι μιλάει μόνο ένας φασίστας"
" Φασίστας επειδή δεν του κάθομαι; Είσαι καλά μωρή φώκια; Θα του πιω το αίμα, θα τον σουβλίσω σαν τον Αθανάσιο Διάκο."
" Γιώργο εμείς δεν είμαστε ρατσιστές..."
" Όχι, δεν είμαι ρατσιστής, αυτός όμως ο πούστης είναι!!"
Ο Γιώργος ήταν έξαλλος.
Όταν έφτασε στην πόρτα δεν έβγαλε κλειδιά, ούτε χτύπησε κουδούνι.
Η κλωτσιά που έδωσε ξήλωνε την θωρακισμένη πόρτα των χιλίων τετρακοσίων € από τους μεντεσέδες.
" Varemenos doors και τρίχες κατσαρές," ψιθύρισε και φωναχτά: "που είσαι ρε μελλοθάνατε;"
 

Ο Γιώργος όρμησε μέσα στο σπίτι του σαν ταύρος σε υαλοπωλείο.
Τον ακολούθησε η Νανά προσπαθώντας να τον καλμάρει.
Δεν χρειάστηκε.
Η πίσω μπαλκονόπορτα ήταν ανοιχτή και ο Αμπντούλ άφαντος.
Καλύτερα ίσως έτσι γιατί παρ' όλη την αδρεναλίνη του ο Γιώργος το μόνο που θα κατάφερνε με αντίπαλο τον Αμπντούλ θα ήταν μάλλον η επιβάρυνση του συστήματος δημόσιας υγείας. Και μετά σου λένε ότι οι λαθρομετανάστες αποτελούν πρόβλημα για το προαναφερθέν σύστημα. Μέγα ψεύδος. Τα χρήματα που εξοικονόμησε εκείνη την ημέρα το ΕΣΥ πρέπει να ήταν πολλές χιλιάδες ευρώ. Ο Αμπντούλ θα είχε στείλει τον προοδευτικό ήρωα μας για διακοπές πολλών μηνών σε ένα από τα ευαγή υπολειτουργούντα ιδρύματα.
" Ουφ, την γλιτώσαμε." είπε η Νανά.
" Αυτός την γλίτωσε." είπε ο Γιώργος που δεν είχε καταλάβει ποιος πραγματικά τη είχε γλιτώσει." Εσύ όχι..."
Η Νανά τον κοίταξε έντρομη.
" Δεν πιστεύω..." πήγε να πει.
" Σκασμός." της είπε ο Γιώργος. " θέλω απαντήσεις και τις θέλω τώρα. Ποιος  μου έστησε αυτό το φιάσκο;"
" Τι εννοείς 'έστησε'" είπε αυτή.
" Εννοώ ότι αυτό το πράγμα βρωμάει. Ποιός έστειλε αυτό το κάθαρμα στο σπίτι μου; Τι εννοούσες 'θα μου στοιχίσει'; Γιατί ντύθηκες σαν καρνάβαλος; Τι ήταν αυτό το 'να με λιντσάρει ή να με βιάσει'; Τί είναι τελικά αυτοί οι άνθρωποι και αν είναι τέτοια καθάρματα γιατί τους προστατεύουμε; Λέγε τώρα..."
Θες ο τρόμος, θες μία ξαφνική τάση για ειλικρίνεια, θες μία χρόνια κόπωση, η Νανά αποφάσισε να πει αυτά που η ίδια πραγματικά πίστευε. Πήγε σε ένα τραπεζάκι με ποτά και πήρε ένα ουίσκι. Άρχισε να πίνει από το μπουκάλι.
" Ρε σάχλα" ξεκίνησε και δεν έδωσε σημασία στη έκπληκτη αντίδραση του Γιώργου " πόσο ψώνιο και πόσο βλάκας είσαι; Νομίζεις ότι αυτά τα ρεμάλια έχουν καμιά κουλτούρα της προκοπής ή ότι είναι φτωχοί που ψάχνουν την μοίρα τους; Μπίζνες είναι κοκονιόρνιο...Τι δουλειά νομίζεις ότι κάνω;"
" Εεεε, απ' ότι μου είπε ο Αχιλλέας πρέπει να είσαι ειδική στα θέματα του Ισλάμ..."
Η Νανά γέλασε. Γύρισε το μπουκάλι ανάποδα, το κούνησε και όταν είδε ότι ήταν άδειο, έκανε κατά μέτωπο επίθεση σε ένα άμοιρο μπακάρντι.
" Ναι, πέρασε αλλά δεν στάθηκε. Εγώ, μάγκα μου ήθελα λεφτά. Έτσι μπλέχτηκα με την πολιτική. Οργανώνω συγκεντρώσεις, πορείες, διαδηλώσεις και άλλα που καλύτερα να μην ξέρεις."
" Για τον ΣΥΡΙΖΑ;"
" ΣΥΡΙΖΑ-μύριζα, ΠΑΣΟΚ, ΝΔ, όλα τα ίδια είναι. Ένα μεγάλο θέατρο και τα κορόιδα  χειροκροτάνε. Άσπρα σκυλιά, μαύρα σκυλιά, όλοι οι σκύλοι μία γενιά. Τα πάντα οργανωμένα. Από πίσω είναι οι ίδιοι. Αυτό εννοούμε όταν λέμε διαπλοκή. Όχι τη σχέση πολιτικών κομμάτων και λεφτάδων κάθε είδους, αλλά την σχέση των ίδιων των θιάσων των κομμάτων, φύγε εσύ, έλα εσύ, πούλα αυτόν, προώθησε τον άλλο. Νομίζεις ότι οι πολιτικοί αλλάζουν κόμματα από μόνοι τους; Μεταγραφές είναι όπως στο ποδόσφαιρο. Δώσε μου τον Τάδε, πάρε τον Δείνα από κει, βγάλε τον άλλο από τον πάγκο και τελικά, αγάπη μου είναι οι ίδιοι και οι ίδιοι."
" Και η ιδεολογία;"
Το μπακάρντι παρέδωσε το πνεύμα και σειρά είχε η βότκα.
" Διαφημιστικό κόλπο βλάκα... Ποιο κόμμα ανεβαίνει στην εξουσία και εφαρμόζει πολιτική σύμφωνα με την ιδεολογία του; Άμα ανέβη ο ΣΥΡΙΖΑ, νομίζεις ότι τα ΜΑΤ θα μοιράζουν τριαντάφυλλα; Θα πέσει ξύλο προοδευτικό που δεν το έχουμε ξαναφάει. Σε έχουν ποτέ δείρει ριζοσπαστικά; Η μήπως μπορούσες να ξεχωρίσεις την 'σοσιαλιστική' πολιτική του ΠΑΣΟΚ από την 'φιλελεύθερη' της Ν.Δ.;"
" Και οι μετανάστες που κολάνε;"
-Τζίν.
" Φιλαράκι αυτή είναι η μεγαλύτερη παραμύθα που έχουμε φάει. Οι λάθρο (εδώ ο Γιώργος τα γούρλωσε ), ναι, ρε, τι κοιτάς έτσι, ρεμάλια είναι, φυγόδικοι, εγκληματίες, δοσίλογοι που τους εγκαταλείψαν οι νατοϊκοί και τους επικήρυξαν οι αντάρτες, πράκτορες και φανατικοί μουσουλμάνοι που έχουν σταλεί για να κουμαντάρουν τους άλλους και να επιβάλουν την σαρία. Όσο για τους ανατολικούς, μαφιόζοι του κερατά. Καθάρματα, εγκληματίες."
" Και εμείς γιατί τους υποστηρίζουμε;"
-Ούζο.
" Γιατί πληρωνόμαστε. Είδες να παραπονιούνται οι κινέζοι, οι φιλιππινέζοι; Ούτε καν οι μαύροι. Τους μόνους που παίρνουμε σε πορείες είναι οι μουσουλμάνοι. Αυτή την λεπτομέρεια την πρόσεξες; Οι αράπηδες που επωφελούνται είναι όσοι είναι μουσουλμάνοι. Χρήμα και πολιτικά οφέλη. Τσάμπα εργασία για τους μεγαλοεργολάβους, μπόλικα φράγκα για τις ΜΚΟ, φράγκα και πολιτικά παιχνίδια με ευρωπαίους, νατοϊκούς και  Σαουδάραβες, διάσπαση όποιου ηλίθιου προσπαθούσε να εναντιωθεί στον κατευθυνόμενο συνδικαλισμό, διάσπαση του κοινωνικού ιστού (τους ξεσκίζουμε στους φόρους και δεν μιλάνε γιατί είναι διαλυμένοι), τρομοκρατία της μάζας. Σου φτάνουν αυτά; Οποίος υποστηρίζει οτιδήποτε πολιτικό και δεν βγάζει φράγκα είναι πολύ μάπας.
Ειδικά εσείς του ΣΥΡΙΖΑ είστε οι πιο γελοίοι. Είδες τι πήγε να κάνει στη γυναίκα σου και εσύ έκανες πορείες για τα δικαιώματά του, ζώο. Μην δεν σε πουν προοδευτικό. Σιγά ρε, θα σου φύγει κανένας πόντος. Τα δικά σου δικαιώματα ρε ηλίθιε; Τα δικαιώματά σου στη γη που πατάς; Κάνεις πορείες για να αποκτήσουν αυτοί δικαιώματα, περιορίζοντας τα δικά σου; Αυτό δεν είναι ούτε προοδευτικότητα ούτε αλτρουισμός. Είναι απύθμενη βλακεία.
Ξέρεις τι ήταν αυτός που ήταν εδώ στο σπίτι σου; Μάλλον κάποιος φανατικός μουσουλμάνος που δεν θα το είχε σε τίποτα να σε σφάξει σαν τραγί και να βλέπεις τώρα τα ραδίκια ανάποδα, γκε-γκε;"
Σταμάτησε ξέπνοη και κοίταξε με θολό μάτι το τραπεζάκι.
" Έχεις τίποτα να πιούμε;" είπε.
Ο Γιώργος αγνόησε την ερώτηση." Αν δεν φοβόταν τότε γιατί την κοπάνησε;" είπε.
Η Νανά τον κοίταξε με ενδιαφέρον" Αυτή είναι μία πολύ καλή ερώτηση." παρατήρησε.
Κατόπιν έπεσε φαρδιά-πλατιά στο χαλί και άρχισε να ροχαλίζει.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Η Μαίρη μπήκε στην καφετέρια και κατευθύνθηκε προς το γωνιακό τραπεζάκι.
"Σαλαάμ αλέϊκουμ" της είπε ο "Αμπντούλ".
" Λουκά άσε τις αηδίες και βγάλε αυτή την ηλίθια μεταμφίεση"
" Καλά ντε, πως κάνεις έτσι, είπα και εγώ να το διασκεδάσω λίγο. Τι έγινε με το πρόσωπο;"
" Απόλυτη μεταστροφή, λίγο ακόμα και θα ψηφίζει χρυσή αυγή...Ήσουν τέλειος"
" Ας είναι καλά ο Αμπντούλ..."
" Πάλι κομπλιμέντα θέλεις;"
" Δεν εννοώ εμένα, εννοώ ένα ναύτη που είχα στο τελευταίο μου βαπόρι. Αυτός με έμαθε μερικές κουβέντες πακιστανικά, μερικές αραβικές ευχές και διάφορα άλλα για το Ισλάμ."
" Σ' ευχαριστώ, όμως τον αγαπώ τον βλάκα, τι να κάνω, έπρεπε κάπως να τον συνεφέρω.
Κατά βάθος είναι καλό παιδί, αν τον γνωρίσεις"
" Τι λες, ρε, ξαναβγαίνω μπροστά του; Αν με γνωρίσει; Ξέρεις πως έκανε όταν νόμιζε ότι σε είχα βιάσει; Ίσα που πρόλαβα να την κοπανήσω από την βεράντα."

Κυριακή 6 Ιανουαρίου 2013

Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΧΡΥΣΑΥΓΙΤΗΣ 2






Κεφάλαιο 2
 
Με το σεμήτι να χοροπηδάει στο πλάι του ο άρχοντας Κομισάριος έφθασε στον ναό του αγίου Τρότσκι.
Ο ναός ήταν ένα φρούριο με φαρδιούς τοίχους στα πρότυπα της Γραμματείας.
Ένας πάνοπλος μοναχός στεκόταν στην είσοδο. Σκελετοί, πτώματα σε αποσύνθεση και κεφάλια αιρετικών κοσμούσαν τις ξύλινες προεξοχές της στέγης.
Ο άρχοντας Κομισάριος χαμογέλασε. Εδώ γινόταν πραγματικά το θέλημα του Μαρξ.
Οι Τροτσκιστές μοναχοί είχαν φήμη φοβερών διωκτών των αιρετικών και σε ένα τέτοιο απομακρυσμένο φυλάκιο δεν περίμενε τίποτα λιγότερο. Όμως τα φρέσκα πτώματα απεδείκνυαν τις άοκνες προσπάθειες των πιστών Τροτσκιστών να επιβάλλουν τον Νόμο του Μεμοράντουμ  (ή Μνημονίου) και την θέληση  του Λαού σ’ αυτή την άγρια περιοχή.
Έστειλε το σεμήτι να πάει να κανονίσει για εφόδια, αφού θα του απαγόρευαν την είσοδο και πλησίασε τον φρουρό.
«Στο όνομα της Γραμματείας» του είπε.
«Στο θέλημα του Λαού» απάντησε ο φρουρός, παίρνοντας παρ’ ολ΄ αυτά αμυντική στάση.
Έβγαλε την περγαμηνή του από πανάκριβο και δυσεύρετο χαρτί και την επέδειξε.
Ο φρουρός εντυπωσιάστηκε. Δεν έβλεπες συχνά γνήσιο χαρτί.
«Έλεος, Κομισάριε.» χαιρέτησε.
«Έλεος σ’ εσένα καλέ στρατιώτη της Γραμματείας.» απάντησε αυτός.
Ο μοναχός χτύπησε με την λαβή του πέλεκυ του (στάνταρ εξοπλισμός της Γραμματείας)
την πόρτα του ναού. Η πόρτα άνοιξε αργά.
Δύο μοναχοί με ελαφρά δερμάτινη θωράκιση τον υποδέχθηκαν.
«Έλεος, Κομισάριε.» χαιρέτησαν σηκώνοντας την γροθιά σε χαιρετισμό.
«Οδηγήστε με στον Σύντροφο Καθοδηγητή.» είπε ο Κομισάριος χωρίς περιστροφές.

Ο Σύντροφος Καθοδηγητής Λαφάζ ήταν ένας σκληροτράχηλος βετεράνος του πολέμου κατά της αίρεσης των «αναποφάσιστων». Η φρικτή αυτή αίρεση είχε ταλαιπωρήσει την Γραμματεία για δύο δεκαετίες και είχε στοιχίσει την ζωή σε πολλούς πιστούς του Λαού.
Ο «Λαός» ήταν το ανώτατο αξίωμα στην Γραμματεία. Ήταν ο εκπρόσωπος του Μαρξ επί της γης. Άλλωστε τα άγια γραπτά, όσα από αυτά είχαν μεταφραστεί έλεγαν ότι «όλες οι εξουσίες πηγάζουν από τον Λαό και υπηρετούν τον Λαό».
Ο Σύντροφος Λαφάζ  (κατά κόσμο Λαφάζ  Ανί) είχε δώσει ένα μάτι και ένα δάχτυλο για την δόξα του Λαού. Το απομένον μάτι έλαμπε με την λάμψη του πεφωτισμένου ιδεολόγου, του κεκαθαρμένου πιστού.

Την τελευταία εβδομάδα είχε εκτελέσει 3 «δεξιούς», απόβλητα της κοινωνίας, την τελευταία κάστα της Γραμματείας, σκουπίδια, που πίστευαν και προσκυνούσαν τον Θεό του κάτω κόσμου «Καραμάν Αλή»
Δεν ήταν αμαρτία να πιστεύεις τον θεό των νεκρών, αλλά μερικοί από αυτούς έπεφταν σε αίρεση. Ένας από αυτού είχε πει ότι ο φόρος που επιβαλλόταν 75% ήταν άδικος. Η φορολογική ήταν μία από τις χειρότερες βλασφημίες. Τιμωρούταν  με  τιμωρίες από  αύξηση 10% στους φόρους έως επιτόπιο ανασκολοπισμό.
Ο  Σύντροφος Καθοδηγητής έλεγε την προσευχή προς τον άγιο αρχάγγελο Λένιν όταν χτύπησε το κουδούνι αδείας επίσκεψης. Περισσότερο έκπληκτος παρά ενοχλημένος,
(δεν είχε και μεγάλη ευλάβεια στον αρχάγγελο Λένιν καθώς ο θρύλος τον ήθελε να έχει ταλαιπωρήσει τον άγιο Τρότσκι )έσπευσε να ανοίξει.
Ο φρουρός ανακοίνωσε τον άρχοντα Κομισάριο Ιεροεξεταστή Τατσό Συρίζ, ανώτατο επιτετραμμένο της Γραμματείας.
Ο Λαφάζ εντυπωσιάστηκε. Ο Τατσό δεν ήταν τυχαίος Κομισάριος. Είχε την φήμη σκληρού και άτεγκτου διώκτη. Η πιο συνηθισμένη τιμωρία που επέβαλε ήταν ο ανασκολοπισμός. Οι φήμες τον θέλανε σε μία από τις εκστρατείες του να έχει ανασκολοπίσει τον μισό πληθυσμό μιας πόλης.
Σήκωσε την γροθιά του και φώναξε «Καλοδεχούμενος στο όνομα της Γραμματείας και του Λαού.»
Ο Κομισάριος σήκωσε και αυτός την γροθιά του και χαμογέλασε.
«Χαίρομαι που σε συναντώ Σύντροφε Λαφάζ.» είπε. «Χρειάζομαι την βοήθειά σου.»
Ο Λαφάζ οδήγησε τον Κομισάριο στην αίθουσα συγκεντρώσεων, όμως ο τελευταίος ήταν πολύ βιαστικός.
«Πρέπει να πάμε στον ¨ασφαλή χώρ層 του είπε. «Έχω μαζί μου ένα σημαντικό αντικείμενο για εξέταση.»
Περισσότερο έκπληκτος τώρα ο Καθοδηγητής οδήγησε τον Ιεροεξεταστή στις κατακόμβες για να φθάσουν τελικά σε ένα χώρο όπου δέσποζε το άγαλμα του αρχάγγελου  Στάλιν να πατά τον αρχιδαίμονα της διαστροφής  Χίτλερ.
Ο Ιεροεξεταστής έβγαλε το δεματάκι που του είχε δώσει ο πανδοχέας και το ακούμπησε πάνω σε ένα μαρμάρινο τραπέζι. Το ξεδίπλωσε αργά και δίχως να μιλάει.
Μέσα ήταν ένα πακέτο χαρτί. Τόσο πολύ χαρτί δεν είχαν ξαναδεί. Πάνω από διακόσια κομμάτια, παραλληλόγραμμου σχήματος, κομμένα με απόλυτη ακρίβεια, και κολλημένα όλα μεταξύ τους από την μία μεριά.
Έμειναν για μια στιγμή αμίλητοι. Και οι δύο τους είχαν ακούσει θρύλους για τέτοια αντικείμενα φοβερής δύναμης. Όσο κι αν δεν θελαν να το πιστέψουν είχαν μπροστά τους ένα ΒΙΒΛΙΟ…


Ο Ιεροεξεταστής μίλησε πρώτος.
«Ένα βιβλίο» είπε. «Έχω ακούσει για αυτά. Βδελυρά πράγματα φοβερής δύναμης.»
Γύρισε στον Λαφάζ που είχε πάρει το χρώμα της στάχτης.
«Κοίταξε τα βδελυρά σχήματα στο χαρτί. Βαλμένα σε αποτρόπαιη σειρά, απολύτως ίδια το ένα με το άλλο, σε μία ακατανόητη γραφή. Κοίταξε τις εικόνες στο πρώτο κομμάτι… Φοβερές εικόνες ενός απαίσιου κόσμου. Μόνο δαίμονες του κάτω κόσμου, βρικόλακες και χρυσαυγίτες  μπορούν να κατανοήσουν το νόημα αυτών των χυδαίων συμβόλων. Μου πονούν τα μάτια να τα κοιτάζω.»
Προσεκτικά άγγιξε το βιβλίο. Άνοιξε λίγο τις σελίδες και κοίταξε μέσα. Το έκλεισε τρομαγμένος.
«Φρικτό…» είπε χαμηλόφωνα.
«Τι… τι είδατε, άρχοντά μου;» ρώτησε ο Σύντροφος Λαφάζ στον ίδιο τρομαγμένο και χαμηλόφωνο τόνο.
«Σύμβολα… πολλά σύμβολα, άγνωστα, βαλμένα στη σειρά. Σειρές και σειρές με αισχρά σύμβολα. Δεν μοιάζουν με τα Ιερά Γράμματα της Γλώσσας της Γραμματείας. Είναι άγνωστα σύμβολα. Πρωτοφανές… Η απόλυτη βλασφημία. Μπορεί να είναι… Φοβάμαι να το προφέρω… ΕΛΛΗΝΙΚΑ!»
Ο Καθοδηγητής έβγαλε μια κραυγή φρίκης. Το πρόσωπό του στράγγιξε από το αίμα του.
Μια λιμνούλα δημιουργήθηκε στα πόδια του.
Ο Σύντροφος Καθοδηγητής  Λαφάζ, βετεράνος του πόλεμου των «αναποφάσιστων» είχε κατουρηθεί.
 

Ο άρχοντας Κομισάριος βημάτιζε σκεφτικός μέσα στο σαλόνι του ναού, μπροστά σε έναν έντρομο Καθοδηγητή.
Ο Λαφάζ προσπαθούσε να ηρεμίσει τα τσακισμένα νεύρα του με ένα ποτήρι μπράντι.
Ο Κομισάριος έξυνε το αξύριστο πιγούνι του νευρικά.
«Αυτό είναι φοβερό.» παραμιλούσε.
«Αγαπητέ μου Λαφάζ, αυτό δεν είναι μόνο κάτι από το παρελθόν… Εδώ έχουμε να κάνουμε με την χειρότερη μορφή βλάσφημης μαγείας…
Το χαρτί… είναι κάτασπρο, καινούργιο… Σαν να φτιάχτηκε τώρα.»
«Ο Μάρξ να φυλάει .» είπε ο Καθοδηγητής και έκανε το σημείο του σφυροδρέπανου.
«Πώς είναι δυνατόν κάτι τέτοιο;»
«Σου είπα, βλάσφημη μαγεία, το χειρότερο είδος.»
«Δεν εννοείς…;»
«Ναι, ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ…»
Ο Λαφάζ κατέβασε βιαστικά μια μεγάλη γουλιά μπράντι.
«Αδύνατον…» ψέλλισε, «η τεχνολογία δεν υπάρχει ,είναι μύθος…»
 

Η δυσπιστία του Συντρόφου Λαφάζ ήταν φυσιολογική γιατί το έτος 17435 Α.Κ.Γ. (από κτίσεως Γραμματείας) ή αλλιώς  17475 Α.Π.Ν. (από πτώσεως Ναού Πολλών Τεχνών)δεν υπήρχε τεχνολογία. Μόνο μύθοι γύρω από αυτή την απόκρυφη τέχνη.
 Σύμφωνα με τους μύθους που κυκλοφορούν, για την Εγκαθίδρυση της Γραμματείας, τότε, πριν 175 αιώνες, οι άνθρωποι ήταν απολύτως διεφθαρμένοι. Χρησιμοποιούσαν την μαύρη και βλάσφημη μαγεία της τεχνολογίας, σε όλες τους τις δραστηριότητες. Είχαν σιδερένια υποζύγια που πίνανε φαρμάκι για να ζήσουν και που τους μετέφεραν. Μερικά από αυτά πετούσαν και μετέφεραν πολλούς ανθρώπους τους οποίους κατάπιναν στην φωλιά τους για να τους ξεράσουν αργότερα σε άλλη φωλιά χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά. Τα σπίτια των ανθρώπων ήταν δεμένα από τους δαίμονες με σύρματα πάνω και κάτω από την γη και στα σπίτια τους είχαν κουτιά όπου βλέπανε τους δαίμονες που τους έλεγαν τι να κάνουν. Με φρικτές εικόνες και δαιμονικές  ψαλμωδίες, έλεγχαν τους ανεγκέφαλους σκλάβους τους. Οι άνθρωποι ζούσαν σε απαίσιες συνθήκες καταπίεσης.
Από αυτή την ανίερη συμβίωση του ανθρώπου με την μαγεία της τεχνολογίας, γεννιούνταν τέρατα, μισοί άνθρωποι και μισοί σίδερα.
Ένα τέτοιο ον ήταν το τέρας Παπαντοπούλ πού τρομοκρατούσε τον κόσμο για επτά χρόνια.
Ήταν μισός άνθρωπος  και μισός σιδερένιο κάστρο πάνω σε ρόδες που έπινε φαρμάκι και ξερνούσε φωτιά και σίδερο.
Μισούσε και βλασφημούσε τον Μαρξ και τους αρχαγγέλους του και σκότωνε τους πιστούς.
Μόνη αχτίδα φωτός μέσα στο σκοτάδι ήταν η Ιέρεια Ηλάνα του Ναού των Πολλών Τεχνών, που καθοδηγούσε τους πιστούς στο δρόμο του Μαρξ.
Το τέρας επιτέθηκε στον Ναό και έριξε την πύλη του και σκότωσε τη Ιέρεια.
Από αυτή την φρικιαστική πράξη, άνοιξε η γη και απαίσια δαιμόνια βγήκαν και βασάνιζαν τους ανθρώπους για σαράντα χρόνια. Οι άνθρωποι ονόμασαν αυτό τον αδηφάγο στρατό δαιμόνων «η γενιά των Πολλών Τεχνών».
Οι πιστοί του ΠΑΣΟΚ πιστεύουν ότι τότε εμφανίστηκε ο Δεύτερος «Παπαντρέ» ο οποίος τιθάσευσε του δαίμονες της «γενιάς των Πολλών Τεχνών» (τον Πρώτο Παπαντρέ τον είχε σκοτώσει το τέρας Παπαντοπούλ.).Μέ τον θάνατο όμως του Παπαντρέ, το πιστό του σεμήτι δεν μπορούσε να τιθασεύσει τους δαίμονες της «γενιάς των Πολλών Τεχνών»  που άρχισαν να τρώνε τα πάντα. Έτσι σε μία τελετουργία χρησιμοποίησε το δαχτυλίδι της δύναμης και κάλεσε τον Τρίτο Παπαντρέ. Όμως τα πράγματα ήταν πολύ άσχημα και τελικά μόνο με επέμβαση του ίδιου του Μαρξ και του εκλεκτού προφήτη του Τσιπραλέξ μπόρεσαν οι άνθρωποι να νικήσουν και να διώξουν τους δαίμονες και να εγκαθιδρυθεί η Άγια Γραμματεία.
Η γραμματεία με τα χρόνια ξερίζωσε την τεχνολογία από την ανθρώπινη κοινωνία και επέβαλε την αγνή λατρεία του Μαρξ.
Όμως υπήρξαν κατά καιρούς και απαίσιοι αιρετικοί που χρησιμοποιούσαν τις μαύρες τέχνες.
Ήταν οι αρχέγονοι πολέμιοι της Γραμματείας οι φρικώδεις Χρυσαυγίτες…