Κεφάλαιο
5
Μεγαρόπολις, τελευταίο σύνορο
της Γραμματείας πρίν τις ερημιές της Αττικα.
Ο Μέγας Άρχοντας Κομισάριος
Ιεροεξεταστής Τατσό Συρίζ με την συνοδεία του από είκοσι πάνοπλα «Πρεζόνια» και
ένα απελπισμένο σεμήτι, μπήκε στην πόλη λίγο πρίν το σούρουπο και ζήτησε
κατάλυμα.
Το τοπικό πανδοχείο είχε
όνομα (πράγμα σπάνιο) «Η Χαρούμενη Μίζα».
«Μίζες» στην παράδοση των
πασοκιστών ήταν καλότυχα πνεύματα που έφερναν καλοτυχία σε όσους κατοικούσαν.
Όποιος καταλαμβανόταν από μία «Μίζα» ήταν πολύ τυχερός στις συναλλαγές του και
οι άνθρωποι του χάριζαν πολλά λεφτά.
Το πρόβλημα ήταν εάν σε
καταλάμβαναν πολλές «Μίζες» και ειδικά αν αυτό γινόταν αντιληπτό. Οι άνθρωποι
αυτοί συνήθως ήταν καταδικασμένοι να κυνηγηθούν από τους συνανθρώπους τους
μέχρι εξοντώσεως.
Ήταν χαρακτηριστικός ο μύθος
του Τζο Χάτζο, που τον κατέλαβαν πάρα πολλές «Μίζες» και κατέληξε να εκτελεστεί
για φοροδιαφυγή, την μεγαλύτερη βλασφημία στην Γραμματεία.
Ο Ιεροεξεταστής μπήκε στο
πανδοχείο μαζί με όλη την συνοδεία του.
Ένας ηλικιωμένος άνθρωπος
έτρεξε να τους υποδεχθεί.
«Στις διαταγές σας, άρχοντά
μου.» είπε. «Είμαι ο Καρλ, ιδιοκτήτης, αλλά όλοι με φωνάζουν «Παπούλη». Πως
μπορώ να σας εξυπηρετήσω;» συμπλήρωσε με εδαφιαία υπόκλιση.
«Καταλύματα για εμένα και
τους άντρες μου και κάτι να φάμε.» είπε ο κομισάριος «και… θέλω να σου μιλήσω.»
συμπλήρωσε.
Ο πανδοχέας έδωσε εντολές σε
δύο υπηρέτες να ετοιμάσουν δωμάτια και φαγητό και κατόπιν γύρισε στον
κομισάριο.
«Στις διαταγές σας άρχοντά
μου…» είπε.
«Λοιπόν, από ποιόν μπορούμε
να πάρουμε πληροφορίες για τις ερημιές στ ανατολικά;» ρώτησε αυτός, χωρίς περιστροφές.
Ο πανδοχέας πάνιασε και
ξεροκατάπιε μια – δυό φορές, πριν αποπειραθεί να απαντήσει.
«Κανένα, άρχοντά μου,» είπε
«εμείς είμαστε φιλήσυχοι άνθρωποι» συνέχισε χωρίς να κοιτά κατά πρόσωπο τον Τατσό.
«Δεν ασχολούμαστε με τις ερημιές…» συμπλήρωσε και έκανε το σχήμα του
σφυροδρέπανου, τρέμοντας.
Ο Τατσό προσπάθησε να πάρει
ένα φιλικό και καθησυχαστικό ύφος, αλλά το αποτέλεσμα ήταν να γίνει ακόμα πιο
απειλητικός. Ο δύστυχος πανδοχέας παρέπαιε στα όρια μεταξύ πανικού και απόλυτης
νευρικής κατάρρευσης.
«Ηρέμησε.» είπε και ο
πανδοχέας μόνο που δεν ούρλιαξε από τρόμο. «Δεν θα πειράξουμε κανένα..»
συμπλήρωσε και χαμογέλασε.
Ο Πανδοχέας λιποθύμησε…
Όσο οι δύο υπηρέτες
περιποιούνταν τον πανδοχέα, το σεμήτι πλησίασε τον κομισάριο.
«Κύριε Πρόεδρε…» είπε.
«Τι θέλεις τώρα και συ;» είπε
ρουθουνίζοντας ενοχλημένα ο Τατσό. «Δεν καταλαβαίνεις ότι πρέπει να έχουμε
κάποιες πληροφορίες πρίν συνεχίσουμε;» συμπλήρωσε. «Δεν μπορούμε να πάμε στα
τυφλά…»
«Λοιπόν, κύριε πρόεδρε,»
συνέχισε απτόητο το σεμήτι «δεδομένης της αυστηρής απαγόρευσης, κανένας δεν θα
έρθει οικειοθελώς να ομολογήσει ότι γνωρίζει τα κατατόπια στις ερημιές της
Άττικα, ειδικά σε έναν Ιεροεξεταστή της Γραμματείας , όπως η αφεντιά σας.»
«Μου φαίνεται ότι αναγγέλλεις
φορολογικές ελαφρύνσεις…» απάντησε κοροϊδευτικά ο Τατσό.( κοινώς: λες βλακείες)
«Και εσύ τι λες να κάνουμε;»
Το σεμήτι δεν έδωσε σημασία
στην ειρωνεία, μόνο χαμογέλασε.
«Πηγαίνετε να ξεκουραστείτε
και αφήστε με να ερευνήσω. Το πρωί θα σας έχω τον οδηγό…» είπε.
Ο Τατσό το κοίταξε για λίγο
και κούνησε το κεφάλι του. Το σεμήτι μπορεί να ήταν μπελάς, αλλά κανείς δεν
ήταν καλύτερος ρουφιάνος από ένα σεμήτι.
«Να μην γυρίσεις χωρίς να
έχεις καταφέρει κάτι, γιατί δεν σε βλέπω καλά.» είπε μόνο.
Το σεμήτι δεν έδωσε σημασία.
Άνοιξε την πόρτα και χάθηκε στα σκοτάδια απέξω.
Το επόμενο πρωί ο Μέγας
Κομισάριος έστειλε τα «πρεζόνια» του για πρωινή εκπαίδευση και κάθισε στην
βεράντα πίνοντας ένα χαμομήλι και περιμένοντας το σεμήτι.
Αυτό δεν άργησε να φανεί
χοροπηδώντας στα αδύνατα και σπυριάρικα πόδια του και σφυρίζοντας ένα
παραδοσιακό τραγούδι της ράτσας του.
Τα σεμήτι, αντίθετα από τους
ανθρώπους, ήταν ζωώδη και πολλαπλασιάζονταν με τελείως ζωώδη τρόπο. Όχι μόνο
αυτό, αλλά δεν έχαναν την ευκαιρία να επιδοθούν σε αυτή την διαδικασία, λες και
το διασκέδαζαν. Ο κομισάριος ένιωσε αναγούλα στην σκέψη του τι μπορεί να έκανε
το πλάσμα την νύχτα, εκτός από το να ψάχνει για οδηγό.
Παρ’ ολ’ αυτά περίμενε με ανυπομονησία την αναφορά
του.
«Καλημέρα, κύριε πρόεδρε,»
χαιρέτησε αυθάδικα αυτό, καθώς πλησίασε. «Ελπίζω να είσαι έτοιμος. Βρήκα αυτό
που χρειαζόμαστε.»
«Πως τα καταφέρνει το άθλιο
υποκείμενο;» σκέφτηκε ο κομισάριος καθώς σηκωνόταν.
«Βλέπεις, οι άνθρωποι
φοβούνται το παλούκωμα.» είπε το σεμήτι λες και διάβαζε τις σκέψεις του. « Αλλά
αν ξέρεις που πρέπει να κρυφακούσεις και ποιόν να ρωτήσεις, μαθαίνεις τα πάντα. Δεν
υπάρχει πόλη της Γραμματείας χωρίς σεμήτι, κύριε πρόεδρε, και οι άνθρωποι δεν
δίνουν και πολύ σημασία στα σεμήτι. Λένε πολλά μπροστά τους που δεν θα έπρεπε…»
«Δεν με ενδιαφέρουν οι
βρωμερές συνήθειές σας,» είπε ερεθισμένος ο Τατσό «πάμε να δούμε τι
ανακάλυψες.»
«Αυτό ακριβώς εννοούσα.» είπε
παιχνιδιάρικα το σεμήτι και άρχισε να χοροπηδάει με τον κομισάριο να το ακολουθεί
βρίζοντας…
Ο Άνωδις, ήταν «δεξιός», ένας
από τους πιστούς του Καραμάν Αλή, άρχοντα των νεκρών, και, ως εκ τούτου,
παρίας. Έβγαζε το ψωμί του πουλώντας χαϊμαλιά και φυλαχτά και λέγοντας ιστορίες
για τους αρχαίους. Αλλά είχε ένα σκοτεινό μυστικό. Ταξίδευε στην απαγορευμένη
ερημιά της Άττικα ψάχνοντας για τεχνουργήματα των αρχαίων.
Ο Άνωδις ήταν παράξενος από
τότε που βγήκε από τις κυψέλες, αυτό που οι Κουκούδες ονόμαζαν «σκάρτο
εμπόρευμα». Έτσι δεν ήταν παράξενο που παραδόθηκε στην Μεγαρόπολι, στα σύνορα,
και σε έναν δεξιό με το όνομα Λιακό του οποίου την δουλειά και τα πιστεύω
κληρονόμησε.
Ο Λιακό συνήθιζε και αυτός να
πηγαίνει στην ερημιά και έλεγε πολύ πιο παράξενες ιστορίες. Στον μικρό Άνωδι
έλεγε ότι η τεχνολογία ήταν πολύ κακιά αλλά όχι για τους λόγους που λέγαν οι
Κουκούδες. Η τεχνολογία, έλεγε είχε έρθει από την κόλαση της δύσης.
Την είχε στείλει ο Μαύρος
Άρχοντας Ο Μπάμιας, για να διαφθείρει τους ανθρώπους.
Οι άνθρωποι θα έπρεπε να
έχουν πιστέψει και προσευχηθεί να τους σώσει ο θεϊκός Λευκός Άρχοντας
Βλαδίμηρος που είχε καλή τεχνολογία που του είχαν δώσει οι Θεοί.
«Υπάρχει καλή τεχνολογία;»
ρώταγε ο μικρός.
«Βεβαίως,» απαντούσε ο Λιακό
«και να σηκώνεσαι από τον καναπέ όταν σου μιλάω.»
Αυτή ήταν μία συνήθεια του
Λιακό. Συνέχεια έλεγε στους ανθρώπους να σηκωθούν. Ίσως γι αυτό μερικές φορές
τον είχαν κάνει ασήκωτο από το ξύλο. Έμπαινε στην ταβέρνα ή σε άλλους τόπους
συνάθροισης και φώναζε « Σηκωθείτε από καναπέδες, καρέκλες, κρεβάτια,
τραπέζια.» Κατόπιν τους έλεγε ότι ήταν η τελευταία ευκαιρία να πάρουν το
εμπόρευμά του γιατί ήταν η τελευταία φορά που πέρναγε από εκεί. Βέβαια την άλλη
μέρα ήταν πάλι εκεί και έλεγε πάλι τα ίδια αλλά αυτό δεν φαινόταν να τον
ενοχλεί καθόλου.
Τελικά μια φορά πήγε στις
ερημιές τις Άττικα και δεν ξαναγύρισε.
Ο μικρός Άνωδις έπρεπε να τα
βγάλει πέρα μόνος του. Έτσι ανέλαβε αυτός την δουλειά.
Πήγαινε στις συναθροίσεις και
έλεγε πόσο σοφοί ήταν οι αρχαίοι που τους έδωσαν το μνημόνιο και διάφορες ιστορίες από ηρωικές μάχες και πολέμους. Δεν είχε την ευφράδεια του μέντορά
του, αλλά είχε την ευφυΐα να μην επαναλαμβάνει τις εξωφρενικές ιστορίες του.
Δεν ήθελε να τραβήξει την προσοχή της εξουσίας. Ο φόβος μιας καταδίκης για
αίρεση δεν ήταν καθόλου αδικαιολόγητος. Αν σκεφτείς μάλιστα ότι ήταν καταγεγραμμένος
«δεξιός» η θέση του ήταν τελείως επισφαλής.
Ο Άνωδις ρητόρευε σε ένα από
τα ταβερνεία της πόλης.
«Ο Κολοκοτρώνης με τους τρακόσους
«διαδηλωτές» του, σταμάτησε την επέλαση των βαρβάρων», έλεγε «Στην μάχη στον
Αργοπόταμο, έριξε με τα χέρια του την γέφυρα, σκοτώνοντας πολλούς εχθρούς και
σταμάτησε τους άθλιους φασίστες. Τότε κατέβηκε από τον ουρανό ο άγγελος Στάλιν
και τον έχρησε. Όμως οι άθλιοι συκοφάντες δεν αναγνώρισαν το θαύμα και τον
καταδίκασαν να πιεί το κώνειο. Έτσι χάθηκε αυτός ο μεγάλος πολεμιστής και
προφήτης και δεν πρόλαβε να δει την έλευση του πρώτου Παπαντρέ.»
Εκείνη την στιγμή άνοιξε η
πόρτα. Στο κατώφλι φάνηκε η μορφή ενός κομισάριου, συνοδευόμενου από ένα
σεμήτι. Ήταν ο Τατσό Συρίζ.
Οι κουβέντες κόπηκαν μαχαίρι.
Μόνο από την γαλαρία ακούστηκε ένας αναστεναγμός ανακούφισης και κάποιος
ψιθύρισε κάτι σαν «επιτέλους να τον μαζέψουν, μας έπρηξε…»
Ο Τατσό δεν έδωσε σημασία. Προχώρησε
προς τον Άνωδι που είχε μείνει εμβρόντητος και τον κοίταξε εξεταστικά. Κατόπιν
απευθύνθηκε στο σεμήτι.
«Αυτός είναι;» ρώτησε.
«Ταιριάζει στην περιγραφή…»
είπε το σεμήτι
Ο Άνωδις δεν τολμούσε να πει
τίποτα. Ένοιωθε ήδη το παλούκι του ανασκολοπισμού να τον απειλεί.
«Είσαι ο Άνωδις;» ρώτησε ο
κομισάριος.
«Έλεος Άρχοντά μου.»
κλαψούρισε ο Άνωδις. «Εγώ είμαι τίμιος φορολογούμενος της Γραμματείας.»
«Καλά, καλά,» είπε ο
Ιεροεξεταστής, κάνοντας τον άλλο να ιδρώσει μέχρι σημείου αφυδάτωσης «Έλα μαζί
μου.» Κατόπιν προχώρησε προς την έξοδο με τον δυστυχή Άνωδι να τον ακολουθεί,
ενώ οι υπόλοιποι θαμώνες κοίταζαν αλλού και μερικοί από αυτούς κάνανε καλού
–κακού το σχήμα του σφυροδρέπανου λέγοντας και καμιά προσευχή.
Μόλις βγήκαν στον δρόμο, ο
Άνωδις κατέρρευσε. Άρχισε να παρακαλάει
και να διαβεβαιώνει για την πίστη του στην Γραμματεία.
Ο κομισάριος του έκανε νόημα
να σωπάσει.
«Έχω να σου κάνω μια μοναδική
προσφορά.» του είπε και ο άλλος πίστεψε ότι θα του έλεγε να διαλέξει τρόπο
εκτέλεσης. «Οδήγησέ μας στις ερημιές της Άττικα και θα έχεις ασυλία…»
Ο Άνωδις ένοιωσε να χάνει το
φώς του. «Τώρα τι κάνουμε;» σκέφτηκε. Προφανώς ο κομισάριος ήξερε (ο Καραμάν
Αλή οίδε πως) για τις περιπλανήσεις του στις ερημιές. Ήταν αυτή η πρωτοφανής
προσφορά κόλπο για να ομολογήσει; Και από πότε ένας κομισάριος χρειαζόταν
ομολογία από ένα χαρακτηρισμένο «δεξιό» προκειμένου να τον εκτελέσει; Και τι δουλειά είχε ένας κομισάριος στις ερημιές
της Άττικα;
Δεν είχε επιλογή. Ένευσε καταφατικά.
«Δεν σε άκουσα!» γαύγισε ο
Ιεροεξεταστής. « Η υπομονή μου είναι σχεδόν ανύπαρκτη, απέναντι σε άτομα της
φάρας σου. Λέγε!»
«Ναι, ναι, ναι, άρχοντά μου.»
είπε ο Άνωδις κάνοντας εδαφιαίες μετάνοιες.
«Ωραία!» αποφάνθηκε ο
κομισάριος και χαμογέλασε. Αυτό τρομοκράτησε ακόμη περισσότερο τον δύστυχο
Άνωδι που άρχισε να προσεύχεται στον ακόλουθο του Καραμάν Αλή, Αντόν Σαμάρ, ψέλνοντας την αρχαία λέξη
«ανάπτυξη».
Οι «δεξιοί» πίστευαν διαφορετικά
πράγματα με τους «πασοκιστές». Για παράδειγμα δεν πίστευαν στην μετά θάνατο
ζωή, αλλά σε μία επίγεια, που θα λάμβανε χώρα όταν θα ερχόταν η «ανάπτυξη».
Σύμφωνα με την πίστη τους η «ανάπτυξη» ήταν η ημέρα της κρίσεως, όταν ο Καραμάν
Αλή και οι Ακόλουθοί του θα έρχονταν πάλι να κυβερνήσουν τον κόσμο. Τότε θα
ανέστηναν όλους τους νεκρούς και τους δίκαιους θα τους κάνανε «δημόσιους»
δηλαδή μακάριους, ενώ τους άπιστους «ιδιωτικούς» δηλαδή υπηρέτες των μακαρίων.
Βέβαια υπήρχε και το θέμα του «Παπαντρέ» όμως αντίθετα με τους πασοκιστές
πίστευαν ότι η παρέμβασή του καθυστερούσε την άφιξη της «ανάπτυξης». Άλλωστε πίστευαν πως το ανώτατο
πνεύμα ΠΑ.ΣΟ.Κ. δεν ήταν ανώτατο και πως ήταν χρονικά περιορισμένο. Μόνο ο Μαρξ
ήταν αιώνιος. Αυτό το τελευταίο ήταν που τους έκανε ανεκτούς στα πλαίσια της
Γραμματείας. Τέλος οι θρύλοι ήθελαν τους «δεξιούς» να έχουν πολεμήσει την
λατρεία του Μαρξ και αυτό ήταν που έκανε την θέση τους επισφαλή και αυτούς
παρίες, παράλληλα με το ότι πίστευαν στην τελική επικράτηση του θεού των
νεκρών.
Ψέλνοντας, λοιπόν, χαμηλόφωνα «ανάπτυξη» ο
Άνωδις ακολούθησε τον Άρχοντα κομισάριο στην «Χαρούμενη Μίζα».
Ο κομισάριος οδήγησε τον
κατατρομοκρατημένο δεξιό σε μία από τις πλαϊνές αίθουσες του πανδοχείου. Δύο
«πρεζόνια» στάθηκαν στην πόρτα.
«Λοιπόν, τι ξέρεις για τις
ερημιές;» ρώτησε ο Ιεροεξεταστής. Το βλέμμα του έδειχνε ότι περίμενε απαντήσεις
και ο Άνωδις ήταν αρκετά ευφυής για να μην αρχίσει τις υπεκφυγές.
Μάζεψε όσο θάρρος του είχε
απομείνει και απάντησε.
«Φοβερός τόπος, άρχοντά μου,
γεμάτος παγίδες και κινδύνους.»
«Γίνε πιο σαφής!» απαίτησε ο
κομισάριος «Τι παγίδες και κινδύνους; Και πως μπορεί ένας σαν και σένα να
αποφύγει ή και να αντιμετωπίσει τέτοιες καταστάσεις; Λοιπόν;»
«Άρχοντά μου,» ξεκίνησε ο
Άνωδις «δεν πήγαινα πολύ μακριά, αλλά έχω δει πράγματα και ο ανάδοχός μου, ο
Λιακό, μου είχε πει. Αυτός είχε πάει πιο μακριά. Τελικά αυτό ίσως στοίχισε την
ζωή του…»
«Πες μας λοιπόν ότι ξέρεις,
αλλά κατ αρχήν, υπάρχουν καθόλου κτήρια στις ερημιές; αρχαίοι ναοί;»
«Εγώ προσωπικά δεν έχω
διαπιστώσει τίποτα τέτοιο, δίκαιε.» είπε ο Άνωδις «Υπάρχουν κάποια ερείπια,
πολύ παλιά, αλλά τίποτα άλλο. Τουλάχιστον ως εκεί που έχω πάει.»
«Και οι Τουρκ; Υπάρχουν;
Είναι πραγματικοί;»
«Ω, ναι! Είναι! Φρικτοί,
απαίσιοι, τους έχω δει! Βγαίνουν την νύχτα και περιφέρονται. Ο Λιακό έλεγε ότι
ζουν σε ένα υπόγειο δίκτυο από τούνελ που είχε σκάψει το αρχαίο σκουλήκι MΕTRO.»
«Έχουν τεχνολογία;»
Ο Άνωδις ταράχτηκε.
«Τεχνολογία;» είπε φοβισμένα «Όχι, όχι αυτοί…» του ξέφυγε.
«Α-χα!» φώναξε θριαμβευτικά ο
Τατσό «Τώρα φτάνουμε κάπου! Όχι αυτοί; Τότε ποιοι; Ποιοι κρύβονται στις ερημιές
και χρησιμοποιούν τεχνολογία; Λέγε τι ξέρεις! Τώρα!»
Η φωνή του Άνωδι ίσα που
ακούστηκε όταν απάντησε, κουρασμένα.
«Δεν ξέρω πολλά, σχεδόν
τίποτε, απλώς μια φήμη που είχε πει κάποτε ο Λιακό, πάνε πολλά χρόνια.»
«Λοιπόν τι είπε;»
«Κάτι, ή κάποιους που είχε
δει, ή νόμιζε ότι υπήρχαν. Κάτι περισσότερο θεωρία, παρά γεγονός. Ο Λιακό τους
ονόμαζε… ΕΨΙΛΟΝ.»
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου