Κεφάλαιο 1
Όμως εκτός
από αυτή την διαφορά συνέχιζαν να πιστεύουν στους νόμου του «ΜΕΜΟΡΑΝΤΟΥΜ» και
τον αγιότατο Μαρξ. Έτσι η Αγιότατη Γραμματεία δεν τους θεωρούσε επικίνδυνους
αιρετικούς και τους άφηνε στην ησυχία τους όσο δεν δημιουργούσαν προβλήματα και
πλήρωναν τους φόρους τους.
Ο ακόλουθος
του Κομισάριου ένα «σεμήτι» με πολλές ελιές στο πρόσωπο, όπως ήταν το
χαρακτηριστικό της γλοιώδους ράτσας του, πλησίασε με μικρά πηδήματα. Τα
«σεμήτι» ήταν μικρά ανθρωπάρια πολύ επιδέξια στους λογαριασμούς και την διαχείριση
χρημάτων.
Ήταν δεινοί
κλέφτες και πορτοφολάδες αλλά πολύτιμοι στο να ανακαλύπτουν φοροφυγάδες. Εκτός
αυτού έχαιραν μιας παράξενης ασυλίας πανάρχαιας που προήρχετο όπως λέγανε από
την εποχή του Ναού των Πολλών Τεχνών.«Φθάσαμε, κύριε πρόεδρε.» είπε. Τα σεμήτι αποκαλούσαν τους ανωτέρους τους «πρόεδρε», τρέχα γύρευε γιατί. «Εδώ θα βρούμε την καλύτερη φιλοξενία. Ο Πάγκα είναι πολύ καλός μου φίλος.»
Ο Ιεροεξεταστής ρουθούνισε μισοενοχλημένος. Με μεγάλες δρασκελιές ανέβηκε την βεράντα του άθλιου οικοδομήματος και έσπρωξε την πόρτα.
Το εσωτερικό
ήταν το ίδιο άθλιο με την πρόσοψη. Κακότεχνα ξύλινα τραπέζια και ένας βρωμερός
πάγκος. Πίσω από τον πάγκο ένας χοντρός άντρας τους κοίταξε τρομαγμένος.
Οι λίγοι
θαμώνες, ντόπιοι κάτοικοι, σταμάτησαν
τις συζητήσεις τους και έκαναν τους αδιάφορους. Ένας Ιεροεξεταστής της Γραμματείας ήταν πάντα
κακά μαντάτα.Ο πανδοχέας έτρεξε τρέμοντας να τον εξυπηρετήσει.
«Δούλος σου, άρχοντά μου» ψέλλισε «πως μπορώ να σε εξυπηρετήσω;»
«Ποτό, δωμάτιο, πληροφορίες.» είπε λακωνικά ο Κομισάριος.
Ο πανδοχέας έτρεξε όσο του επέτρεπαν τα κιλά του να τους σερβίρει.
Καθώς ο Κομισάριος προχώρησε προς τον πάγκο, πολλοί κάνανε πίσω του, κρυφά, το σχήμα του σφυροδρέπανου τρομαγμένοι.
«Είσαι ο Τεό Πάγκα;» ρώτησε ο Κομισάριος και η σιωπή που βασίλεψε στην αίθουσα μπορούσε να κοπεί με μαχαίρι. Ο πανδοχέας κόντεψε να πάθει συγκοπή.
«Άρχοντά μου…» είπε.
Μία φιγούρα έκανε να κινηθεί προς την πόρτα.
«Κανείς δεν φεύγει, αν δεν δώσω άδεια.» είπε ο Κομισάριος χωρίς να γυρίσει.
Κατόπιν στράφηκε απότομα και με δυό βήματα βρέθηκε μπροστά στον άτυχο θαμώνα που είχε προσπαθήσει να φύγει. Χωρίς κουβέντα του έβγαλε τον σκούφο που φορούσε.
Ένα επιφώνημα έκπληξης ακούστηκε από όλους όταν αποκαλύφθηκε το ξυρισμένο κεφάλι από κάτω. Ο άτυχος θαμώνας ήδη έτρεμε σαν ψάρι έξω από το νερό.
Ο Κομισάριος τον άρπαξε από τα πέτα με ένα σαρδόνιο χαμόγελο στο πρόσωπό του.
«Τι είναι αυτό;» σφύριξε μέσα από σφιγμένα δόντια. «Αυτό αρκεί για να σε στείλω στην πυρά, γυναικοκοίτη» του είπε.
Η βρισιά ήταν πολύ βαριά. Ήταν η απόλυτη διαστροφή. Οι γυναικοκοίτες ήταν αυτοί οι ανώμαλοι που ένιωθαν διεστραμμένη έλξη για το αντίθετο φύλο. Στους άνδρες ήταν δύσκολο να ανακαλυφθεί. Όμως στις γυναίκες ανακαλυπτόταν σχετικά εύκολα γιατί πάθαιναν μια παράξενη ασθένεια που σε προχωρημένο στάδιο τις φούσκωνε σαν μπαλόνι και τους έπρηζε το στήθος. Του άνδρες τους έστελναν στην πυρά. Τις γυναίκες τις αναλάμβανε μια ειδική μυστική υπηρεσία του Ιερατείου που λεγόταν ότι είχε διασυνδέσεις με τις κυψέλες. Τι σχέση μπορεί να είχε αυτή η σέκτα με την υπηρεσία παραγωγής απογόνων ήταν μυστήριο. Όπως ήταν γνωστό οι άνθρωποι δεν «ζευγάρωναν».
«Λοιπόν;» ξαναρώτησε ο Κομισάριος «η υπομονή μου αρχίζει να ελαττώνεται. Θα μιλήσεις η θέλεις κανένα τσιτάτο;»
Ο θαμώνας βόγκηξε στην αναφορά του φρικτού όπλου των Ιεροεξεταστών.
«Έλεος, είπε, δεν φταίω, τα μαλλιά μου κάηκαν και έπρεπε να τα ξυρίσω για να θεραπευτώ.»
Ο Κομισάριος κοίταξε με προσοχή το κεφάλι και είδε τις κόκκινες κηλίδες από επουλωμένα εγκαύματα. Έσπρωξε τον άνθρωπο στο πλάι και τον άφησε αηδιασμένος.
Στράφηκε στον πανδοχέα.
«Λοιπόν, πες μου τα βάσανά σας.» είπε σχεδόν φιλικά.
Το ενδιαφέρον της ομήγυρης κεντρίστηκε.
Ο πανδοχέας στράφηκε προς τα ράφια πίσω από τον πάγκο. Έβγαλε ένα βαρύ σιδερένιο κιβώτιο με τρείς κλειδαριές και το ξεκλείδωσε. Από μέσα έβγαλε ένα δεματάκι από δέρμα.
«Μην το ανοίξετε εδώ σας παρακαλώ.» είπε και έκανε το σημείο του σφυροδρέπανου.
«Και μόνο που το σκέφτομαι έχω εφιάλτες.»
Ο Κομισάριος έσκυψε μπροστά. «Που υπάρχει ασφαλής χώρος;» ρώτησε.
«Στον Ναό του Αγίου Τρότσκι.» Είπε. «Είναι λίγο πιο κάτω.»
«Ποιός είναι καθοδηγητής;»
«Ο σύντροφος Λαφάζ.»
«Ένας τροτσκιστής μοναχός,» σκέφτηκε ο Κομισάριος «ίσως φανεί χρήσιμος»
«Κράτα μου το τραπέζι στη γωνία» είπε στον πανδοχέα. Θα επιστρέψω.
Στράφηκε προς την πόρτα καθώς ο πανδοχέας πίσω του έκανε συνεχείς υποκλίσεις με ένα δουλικό χαμόγελο στο πρόσωπο.
Βγήκε από το πανδοχείο και κατευθύνθηκε προς τον Ναό του Αγίου Τρότσκι.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου